Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Monti: Βορράς και Νότος πρέπει να αλλάξουν μαζί

του Mario Monti
Για να ενοποιηθεί η Ευρώπη, ο Νότος πρέπει να αλλάξει κουλτούρα και να παραδεχτεί ότι η δημοσιονομική πειθαρχία αποδίδει. Ο Βορράς καλείται να βοηθήσει περισσότερο στο πιο δύσκολο έργο: στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Εδώ και μερικά χρόνια, νιώθω σαν να ζω πνευματικά στις Άλπεις. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έπρεπε να μεταφράζω τις αρετές της πειθαρχίας στις μεσογειακές γλώσσες και παράλληλα να ερμηνεύω στις βόρειες χώρες τις δυσκολίες που βίωνε η Νότια Ευρώπη.
Είναι απαραίτητο να υπάρξει μια αμοιβαία διαδικασία μάθησης. Ο Νότος, καθώς προσαρμόζεται στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, πρέπει να δείξειμεγαλύτερη αποφασιστικότητα στην προώθηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αναλόγως και οΒορράς, και ιδιαίτερα η Γερμανία, πρέπει να καταλάβει ότι οι προσπάθειες του Νότου δεν θα δώσουν βιώσιμη βελτίωση αν δεν γίνει πιο φιλικό για την ανάπτυξη στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Όταν η Ε.Ε. αναγνώρισε τον Μάιο ότι η Ιταλία, μετά από δύο χρόνια αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής, δεν χρειάζεται να τίθεται πλέον υπό τη «διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος» της Ε.Ε., η χώρα ένιωσε σαν να βγήκε από τη φυλακή.
Αν και η έξοδος μειώνει τα επιτόκια, κι έτσι έχει ευνοϊκή επίδραση στον προϋπολογισμό, αυτή η ερμηνεία είναι εσφαλμένη. Κάποιοι στην Ιταλία έφτασαν να δουν την απόφαση ως παραδοχή από την πλευρά της Ε.Ε. ότι υπήρξε υπερβολικά αυστηρή. Άλλοι έσπευσαν να μπουν σε συζητήσεις για το πώς θα πρέπει να ξοδέψουν τα χρήματα, ως να απελευθερώθηκαν ξαφνικά από τα δεσμά του προϋπολογισμού και να μπορούν να διασφαλίσουν τη σταθερότητα και να προστατεύσουν τις επόμενες γενιές.
Στην ουσία, για να επιτευχθούν σταθερές και βιώσιμες συνθήκες στον προϋπολογισμό, οι χώρες του Νότου θα πρέπει να κάνουν προσαρμογές στην κουλτούρα τους. Ειδικά ο κόσμος πρέπει να παραδεχτεί ότι η δημοσιονομική πειθαρχία αποδίδει. Οι ρυθμιστές θα πρέπει να τον πείσουν ότι η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι μια επιβεβλημένη εισφορά προς τους θεούς που μένουν στα πιο βόρεια μέρη της Ευρώπης. Απλώς πως είναι η συνετή οικονομική συμπεριφορά.
Η Βόρεια Ευρώπη πρέπει κι εκείνη να δώσει κάτι: Μια πιο βαθιά κατανόηση για τον ρόλο των επενδύσεων στην οικονομική δραστηριότητα. Η συμφωνία του Μάαστριχτ δεν έκανε ξεκάθαρη τη διαφορά ανάμεσα στις δημόσιες δαπάνες για κατανάλωση και επένδυση. Ως εκ τούτου, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν πετύχει πειθαρχία στους προϋπολογισμούς με δυσανάλογες περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις, που συνήθως είναι πολιτικά ευκολότερες -αν και πιο ζημιογόνες-, παρά με μείωση των τρεχουσών δημόσιων δαπανών.
Βεβαίως, δεν είναι εύκολο να γίνει ο διαχωρισμός ανάμεσα σε διαφορετικούς τύπους δημοσίων επενδύσεων - είτε πρόκειται για παραγωγικές επενδύσεις είτε για ψευδοεπενδύσεις (όπως στην περίπτωση όπου μια κυβέρνηση μεταφέρει κεφάλαια σε κρατικές εταιρίες για να κρύψει τις τρέχουσες ζημίες τους).
Πρέπει να γίνει σοβαρή δουλειά πάνω στους ορισμούς και στα μέτρα. Αυτό όμως από μόνο του δεν δικαιολογεί το να θεωρεί κανείς ότι όλες οι επενδύσεις του δημόσιου τομέα είναι ουσιαστικά σαν κατανάλωση ή ότι δεν έχουν οικονομική αξία και παραγωγικό σκοπό, κάτι που συμβαίνει αν ερμηνευτεί εσφαλμένα το σύμφωνο.
Τώρα που ο Νότος κινείται πιο κοντά στις οικονομικές και δημοσιονομικές απόψεις της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης, θα είναι ενθαρρυντικό να δούμε την Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο -και ίσως ακόμη και τη Γερμανία- πιο πρόθυμα για ουσιώδη εφαρμογή του συμφώνου.
Τι γίνεται όμως με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις; Αν και έχουν αναγνωριστεί ως ανώτατη προτεραιότητα, τα κράτη περισσότερες φορές πέτυχαν να προσαρμόσουν τους προϋπολογισμούς τους, παρά να κάνουν μεταρρυθμίσεις.
Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους:
Ο πρώτος αφορά το παιχνίδι της αντιπαράθεσης της κυβέρνησης με τις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων. Η δουλειά της κυβέρνησης είναι πιο δύσκολη όταν οι μεταρρυθμίσεις επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα καλά οργανωμένων ομάδων, επιχειρήσεων, επαγγελματιών ή εργοδότες του δημοσίου. Τα βήματα που πρέπει να ληφθούν συνήθως φέρνουν τον ανταγωνισμό στην αγορά, καταργώντας βολέματα συγκεκριμένων ομάδων. Οι επιδράσεις των μέτρων του προϋπολογισμού, όπως οι αυξήσεις φόρων, είναι συγκριτικά πιο διασκορπισμένες.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Ευρώπη προσφέρει λιγότερη βοήθεια στο πιο δύσκολο έργο: στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Το επίκεντρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης είναι η εξασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Εν τέλει, όλα αυτά καταλήγουν στον εξής απλό κανόνα: Αν συναντήσεις μεγαλύτερες αντιστάσεις στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό και έχεις λιγότερη βοήθεια από την Ευρώπη απ' όση στη δημοσιονομική προσαρμογή, το πιθανότερο είναι να κάνεις λιγότερη πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις.
Γι' αυτό και καλωσορίζω τον πρόσφατο επαναπροσανατολισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής - όχι την απομάκρυνση από τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά την προσέγγιση στις ανά χώρα συστάσεις για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να γίνουν, για παράδειγμα, πιο ελαστικές οι αγορές εργασίας.
Όταν ήμουν μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τασσόμουν υπέρ της ιδέας των «ατομικών συμβάσεων» μεταξύ της Κομισιόν και της κάθε χώρας για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Αυτό θα δυναμώσει την επιρροή της Ε.Ε. στις κυβερνήσεις και θα ενισχύσει τη δύναμη της κάθε κυβέρνησης σε σχέση με τις οργανωμένες ομάδες και όλα θα γίνουν προς το συμφέρον της επίτευξης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Σε συνδυασμό με μηχανισμούς για τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης μεταρρυθμίσεων σε χώρες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού, αλλά επιβάλλουν τα μέτρα που συνιστά η Ε.Ε., αυτές οι ρυθμίσεις μπορεί να βοηθήσουν στην ώθηση της Ευρώπης προς τις μεταρρυθμίσεις, ώστε να προωθηθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση.
Ελπίζω ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα τις υιοθετήσει.
* Ο αρθρογράφος είναι πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και πρόεδρος του Berggruen Institute.
ΠΗΓΗFT.com
Copyright The Financial Times Ltd. 
All rights reserved.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου