Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Δημοκρατία και δημοσιονομική πειθαρχία


Γιατί το ιρλανδικό δημοψήφισμα, παρά τους κινδύνους που συνεπάγεται, είναι μια θετική εξέλιξη.
Η Ελλάδα έδειξε να τολμά, αλλά τελικά έκανε πίσω. Η Ιρλανδία έδειξε να το παρακάμπτει, αλλά τελικά δεν το απέφυγε. Περί δημοψηφίσματος ο λόγος, που στραγγαλίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου στη χώρα μας, αλλά που τελικά θα διεξαχθεί στην Ιρλανδία πιθανότατα κάποια στιγμή στις αρχές του καλοκαιριού, παρά τις προσεκτικές κινήσεις πρόληψης της κυβέρνησης Κένι

Το ιρλανδικό δημοψήφισμα αφορά το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο, που εγκρίθηκε από «25» εκ των «27» (όλων πλην της Βρετανίας και της Τσεχίας) στην άτυπη σύνοδο κορυφής στις 31 Ιανουαρίου. Στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις πριν από τη σύνοδο εκείνη οι ενστάσεις της ιρλανδικής κυβέρνησης είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στην τροποποίηση του κειμένου στο σημείο που αναφερόταν στην κατοχύρωση των επιταγών του συμφώνου στην έννομη τάξη του κάθε κράτους-μέλους. Το αρχικό κείμενο μιλούσε για «συνταγματική ή ισοδύναμη» κατοχύρωση, ενώ στο τελικό είχε προστεθεί το επίρρημα «προτιμότερα», αφήνοντας χώρο για μη συνταγματικές διατάξεις. Έτσι, το Δουβλίνο θα γλίτωνε τον πονοκέφαλο της συνταγματικής αναθεώρησης, που θα συνεπαγόταν και δημοψήφισμα.
Τα σχέδια στράβωσαν όχι λόγω αφόρητης λαϊκής πίεσης, αλλά λόγω νομικών κωλυμάτων που πηγάζουν από το γεγονός ότι το δημοσιονομικό σύμφωνο, εξαιτίας του «βέτο» των Βρετανών (και της μετέπειτα αποχής και των Τσέχων), δεν υπάγεται στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συνθηκών. Οι συνθήκες αυτές, όπως εξηγεί στην «F.S.» ο δρ. Γκάβιν Μπάρετ, συνταγματολόγος στο University College Dublin, απολαμβάνουν «ειδικής προστασίας» ή «ασυλίας» στο ιρλανδικό Σύνταγμα (άρθρο 29, παρ. 4), η οποία δεν ισχύει για το δημοσιονομικό σύμφωνο.
Ο Ιρλανδός συνταγματολόγος, αφού εξηγεί ότι η υπουργός Δικαιοσύνης δεν ανέφερε ποιο άρθρο του Συντάγματος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να προσβάλει το σύμφωνο, εικάζει ότι μάλλον είχε στο μυαλό της το άρθρο 5, που αναφέρει συνοπτικά ότι «η Ιρλανδία είναι ένα κυρίαρχο, ανεξάρτητο και δημοκρατικό κράτος». Οι Ιρλανδοί, από την πλευρά τους, μοιάζουν να συμφωνούν ότι το ζήτημα είναι κεφαλαιώδους σημασίας: σύμφωνα με δημοσκόπηση της Red C που δημοσιεύτηκε στα τέλη Ιανουαρίου, το 72% των ερωτηθέντων τασσόταν υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος.

Τα επιχειρήματα κατά
Είναι εύκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς εναντίον του δημοψηφίσματος. Η διεξαγωγή του εντείνει την αβεβαιότητα για το μέλλον του ευρώ. Μπορεί ένα ιρλανδικό «όχι» να μην έχει τη δυνατότητα να βάλει σε πάγο την εφαρμογή του συμφώνου (για την ενεργοποίησή του χρειάζεται η έγκριση μόνο 12 εκ των 17 χωρών της Ευρωζώνης), αλλά σίγουρα θα επαναφέρει στο προσκήνιο ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής ενοποίησης στην Ευρωζώνη. Η σύνθετη προσπάθεια για την επαναφορά της ομαλότητας στις αγορές ομολόγων –που συμπεριλάμβανε, εκτός από το σύμφωνο, τα δύο πελώρια πακέτα ρευστότητας από την ΕΚΤ και την πολύμηνη διαπραγμάτευση για την Ελλάδα– θα κινδυνέψει με εκτροχιασμό.
Επιπλέον, όπως εξηγούν οι ειδικοί, το δημοσιονομικό σύμφωνο δεν δεσμεύει την Ιρλανδία σε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτά τα οποία έχει ήδη αναλάβει να κάνει. «Το σύμφωνο στην ουσία δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το Euro Six-Pack» σημειώνει ο δρ. Μπάρετ, αναφερόμενος στην αλλαγή των ευρωπαϊκών κανονισμών για την ενίσχυση του Συμφώνου Σταθερότητας & Ανάπτυξης που τέθηκε σε εφαρμογή τον περασμένο Δεκέμβριο. Η Ιρλανδία έχει αναλάβει επιπλέον δεσμεύσεις στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής υπό την εποπτεία της τρόικας.
Από την πλευρά του, ο Τζον Φιτζέραλντ, ερευνητής στο Economic & Social Research Institute και πρόεδρος του Συλλόγου Ιρλανδών Οικονομολόγων, παρ’ ότι έχει ουσιώδεις τεχνικές ενστάσεις (όπως λέει, «το διαρθρωτικό έλλειμμα δεν μπορεί να οριστεί νομικά» και «στην Ιρλανδία είναι πολύ μικρότερο από το επίπεδο στο οποίο το θέτει η μεθοδολογία της Κομισιόν»), υπογραμμίζει: «Οι βασικοί κανόνες του συμφώνου είναι λογικοί και δικαιολογημένοι. Δεν είναι πολύ πιθανό να περιορίσει μελλοντικές κυβερνήσεις από το να κάνουν αυτό που θα έπρεπε να θέλουν να κάνουν. Δεν αποτελεί κάποια μεγάλη εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας».
Οι συνέπειες ενός «όχι» θα είναι εν δυνάμει καταστροφικές και για την ίδια την Ιρλανδία. Κατά πρώτο λόγο, θα αποκλειστεί από την πρόσβαση στους πόρους του ESM, του νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης, που τίθεται σε λειτουργία από 1η Ιουλίου. Αυτό, σε περίπτωση που δεν μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές όταν λήξει η τρέχουσα δανειακή σύμβαση που έχει συνάψει με την τρόικα, θα φέρει τη χώρα ενώπιον πολύ δυσάρεστων αποφάσεων. Η ίδια η παραμονή της Ιρλανδίας εντός του ευρώ θα αμφισβητηθεί – μπορεί να παραμείνει μέλος αρνούμενη τους δημοσιονομικούς κανόνες που δέχονται όλοι οι υπόλοιποι; Η προοπτική αυτή, όπως σημειώνει ο Νταν Ο’ Μπράιαν στους «Irish Times», αν στις επόμενες εβδομάδες δείχνει στις δημοσκοπήσεις να επικρατεί το «όχι», μπορεί να οδηγήσει σε μαζική απόσυρση καταθέσεων από τις ιρλανδικές τράπεζες.

Απρόβλεπτο αποτέλεσμα
Θα περίμενε κανείς ότι, δεδομένων όλων αυτών των συνεπειών και του ότι οι Ιρλανδοί ψηφοφόροι ψήφισαν πριν από μόλις ένα χρόνο υπέρ του προγράμματος λιτότητας που εφαρμόζει σήμερα η κυβέρνηση Κένι, οι πιθανότητες απόρριψης του συμφώνου είναι χαμηλές. Ωστόσο, πρόσφατες δημοσκοπήσεις δίνουν ένα ελαφρύ και εύθραυστο προβάδισμα στο «ναι».
 Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Φιτζέραλντ, το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι «δεν βλέπουν εναλλακτική λύση» στη λιτότητα δεν σημαίνει ότι είναι και χαρούμενοι. Η Ιρλανδία ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που βυθίστηκε στην ύφεση το 2008 και βρίσκεται στο πέμπτο έτος εφαρμογής αυστηρών περιοριστικών πολιτικών. Η ανεργία έχει φτάσει το 14,2% (στοιχεία Ιανουαρίου) και η ανάπτυξη αναμένεται αναιμική φέτος (μόλις 0,5%). Παρ’ ότι η αξιωματική αντιπολίτευση, το κόμμα Fianna Fàil, έχει ταχθεί υπέρ του «ναι», μικρότερα κόμματα, όπως το Sinn Fein του Τζέρι Άνταμς, επιτίθενται με σφοδρότητα στο σύμφωνο, λέγοντας ότι θα φέρει μία δεκαετία λιτότητας.
Αυτό το κλίμα δεν θα αφήσει ανεπηρέαστο το δημοψήφισμα – το πέμπτο στην Ιρλανδία τα τελευταία 11 χρόνια για ευρωπαϊκά ζητήματα. Υπενθυμίζεται ότι σε δύο, για τη συνθήκη της Νίκαιας το 2001 και για τη συνθήκη της Λισαβόνας το 2008, οι Ιρλανδοί είπαν αρχικά «όχι», με αποτέλεσμα να οδηγηθούν και τις δύο φορές ξανά στις κάλπες για να δώσουν τη «σωστή», θετική ετυμηγορία. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Φιτζέραλντ,«υπάρχει μία μακρά παράδοση βάσει της οποίας το ιρλανδικό εκλογικό σώμα ψηφίζει κατά προτάσεων της κυβέρνησης, ακόμα κι αν αυτές οι προτάσεις είναι λογικές. Μπορεί να ψηφίσουν αρνητικά κι αυτό να μην έχει τίποτα να κάνει με την ουσία του ζητήματος – μπορεί απλώς να είναι οργισμένοι με την κυβέρνηση τη συγκεκριμένη μέρα». Ο δρ. Μπάρετ συμφωνεί. «Τα δημοψηφίσματα τείνουν να είναι συντηρητικές διαδικασίες. Όταν οι ψηφοφόροι δεν είναι σίγουροι για κάτι καινούργιο, τείνουν να ψηφίζουν εναντίον του» τονίζει ο καθηγητής του University College Dublin, προσθέτοντας ότι «πολλοί θα είναι θυμωμένοι γιατί έχουν μειωθεί οι συντάξεις τους και οι μισθοί τους. Δοθείσας της ευκαιρίας να ανταποδώσουν το χτύπημα, θα το κάνουν».

Λαϊκή κυριαρχία και άλλες λεπτομέρειες
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε παρά να χαιρετίσουμε την εξέλιξη. Η συναίνεση του λαού σε πλαίσια πολιτικής που δεσμεύουν επ’ αορίστον τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ευρωζώνης δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι μια ενοχλητική λεπτομέρεια στο σχεδιασμό των ηγεσιών, η οποία θα λαμβάνεται υπόψη μόνο αν είναι εξασφαλισμένο ότι θα δώσει «σωστές» απαντήσεις. Τόσο σε επίπεδο διαδικασίας, όπου η πρωτοκαθεδρία των Γερμανών προκαλεί κλιμακούμενες αντιδράσεις, όσο και σε επίπεδο ουσίας, όπου είναι πλέον αισθητές ανά την Ευρώπη οι συνέπειες της εμμονής στη λιτότητα, η τρέχουσα διαχείριση της κρίσης πάσχει σοβαρά. Αν πρόκειται ο στενότερος δημοσιονομικός συντονισμός –και σε βάθος χρόνου και η πολιτική ένωση– στην Ευρώπη να πετύχει, πρέπει να νομιμοποιηθεί δημοκρατικά. Όπως σημειώνει ο δρ. Μπάρετ, «για να εφαρμοστούν αυτοί οι κανόνες με έναν τρόπο που να ικανοποιεί τα κράτη-μέλη, η οντότητα που θα τους εφαρμόσει θα πρέπει να υπόκειται σε επαρκή δημοκρατική λογοδοσία».
Απαιτείται να δοθεί άμεση προτεραιότητα στη σύσταση των δομών που θα εγγυηθούν αυτή τη λογοδοσία. Διαφορετικά, οι εντάσεις εντός της Ευρωζώνης, που είδαμε π.χ. να κορυφώνονται τις τελευταίες εβδομάδες μεταξύ Βερολίνου και Αθήνας, θα συνεχίσουν να αυξάνονται και οι πιθανότητες ενός «ατυχήματος», όπως θα είναι π.χ. το «όχι» στην Ιρλανδία, θα κινηθούν εκθετικά προς τη βεβαιότητα.   
ΠΗΓΗ FreeSunday


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου