Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

"Αλλιώς τα είχαμε σχεδιάσει": από τη νοσταλγική αφήγηση, στο σύγχρονο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ!

του Μιχάλη Φαργκάνη*

Αυτό που ξεχωρίζει όλους εμάς από έναν συγγραφέα είναι κυρίως η σαφής , εύληπτη και γλαφυρή αποτύπωση των εμπειριών και σκέψεών του. Ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλάκης έχει αυτό το τάλαντο.
Επιχείρησε κάτι δύσκολο : Να παίξει ευχάριστα αλλά και λίγο σκληρά με το υποσυνείδητο και τις μνήμες όσων είμαστε μεταξύ σαράντα και εξήντα ετών.  Κατά την κρίση μου το πέτυχε. Ξεκινώντας από τον εαυτό του μπήκε στη συλλογική μνήμη μας και σκάλισε κήπους απεριποίητους και χορταριασμένους.
Κινήθηκε ανάμεσα στη μνήμη και την προ δυο ετών σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Το έργο του είναι διατριβή πάνω στον σύγχρονο νεοέλληνα Οδυσσέα .

Η πένα του Τριανταφυλλάκη γέρνει άλλοτε προς τη νοσταλγική ιστορική αφήγηση, κι άλλοτε στο σύγχρονο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.
Χωρίς να διεκδικεί δάφνες ψυχολογικής ανάλυσης , επιχειρεί και το πετυχαίνει να παρουσιάσει την πορεία των φοιτητών του 1975 σε μια επόμενη χρονική περίοδο άσχετη πλήρως με την προηγούμενη στην οποία οι φοιτητές αυτοί μεγάλωσαν και την οποία απόλυτα φυσιολογικά συνήθισαν και αγάπησαν. Τα ανέμελα , γεμάτα όνειρα , χωριατόπαιδα του ’70 , βρέθηκαν στις επόμενες δεκαετίες, να αντιμετωπίζουν ή και να συμμετέχουν στις διεθνείς τρομακτικές οικονομικές εξελίξεις και στη λαίλαπα του χρηματιστηρίου και της Wall Street .

Το μυθιστόρημα , κατευθείαν με τον τίτλο του αγγίζει και προβληματίζει τον καθένα μας. Το ερώτημα είναι αμείλικτο. Πόσοι άραγε είναι αυτοί που η ζωή τους ήρθε όπως τη σχεδίασαν; Και ποιοι είναι αυτοί ;

Ως  ιστορικός , διαπίστωσα ότι σε όλες τις προηγούμενες εποχές, σε όλες τις ιστορικές περιόδους τα γεγονότα και τα συμβάντα επηρέαζαν κάθετα τις κοινωνίες και τις προσωπικές πορείες των ανθρώπων αλλά σχεδόν ποτέ δεν κατάφεραν να τις διαλύσουν. Οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις , οι καταστροφές, οδήγησαν σε αλλαγές των κοινωνιών, σε προσαρμογές και μετεξελίξεις αλλά ποτέ δεν στόχευσαν σε τέτοιο βαθμό όπως στην περίοδο που τώρα διανύουμε, στην καταστροφική μεταλλαγή συνειδήσεων . Πάντοτε οι άνθρωποι είχαν μια έστω ευκαιρία να προβλέψουν τις εξελίξεις. Τώρα αυτές όπως τις δρομολογήσαμε μέσα στα πλαίσια της ακόρεστης κερδοσκοπίας λειτουργούν πλέον αυτόματα, μόνες τους , σαν να μη χρειάζονται τον άνθρωπο. Γιγαντώσαμε ένα έκτρωμα , αυτό της οικονομικής απληστίας και εκμετάλλευσης και τώρα δεν το ελέγχουμε.  Οι τομές και αλλαγές των κοινωνιών του 20ου αιώνα , που έχουν τις ρίζες τους μεταξύ άλλων , και στους δυο παγκοσμίους πολέμους, οδήγησαν στην παγκοσμιοποίηση της οικονομικής απληστίας και τη θεοποίηση του καταναλωτισμού και περιόρισαν κάθε προσπάθεια πολιτισμικής ανάκαμψης ευτελίζοντάς την στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.  Αυτές τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις περιγράφει με γοητευτική και κατανοητή πλοκή ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλάκης στο βιβλίο του. Αυτή την πορεία της ελληνικής κοινωνίας , μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, επιχειρεί ειρωνευόμενος εύστοχα να μας παρουσιάσει ο συγγραφέας.

Αυτά τα παιδιά του ’75 είμαστε εμείς. Με όνειρα , ελπίδες, αγάπη, φιλοδοξίες, σχέδια, άλλη πορεία αλλά και πολλές ερωτήσεις. Αυτά τα υπέροχα χωριατόπαιδα πίστεψαν στην δύναμη της αγοράς , του μάρκετιγκ ,της παγκόσμιας προόδου ,των project, και προς στιγμήν ξέχασαν πολλά. Ξέχασαν , ξεχάσαμε, δυσδιάκριτο φαίνεται. Κι εδώ ο συγγραφέας είναι σκληρός αλλά εποικοδομητικός είρων.
Το γοητευτικό στοιχείο στην ιστορία του Τριανταφυλλάκη είναι οι αναπάντεχες εξελίξεις στην επαγγελματική ζωή των δύο ηρώων . Μας φέρνουν μνήμες από γεγονότα και μας υποχρεώνουν τώρα σε αυτοκριτική. Είμαστε σε μια περίοδο σκεπτικισμού και συστολής. Νιώθουμε προδομένοι από τον εαυτό μας ,γιατί τόσα χρόνια ήμασταν συνένοχοι όχι σαν συμμετέχοντες , αλλά ως απλοί θεατές του καναπέ. 

Καθώς παρακολουθούμε την αφήγησή του διαπιστώνουμε ότι από ένα σημείο και μετά , που το κέντρο των εξελίξεων γίνεται η Ελλάδα και το διεφθαρμένο της οικονομικό κατεστημένο, ο συγγραφέας ουσιαστικά μας περιγράφει έναν οικονομικό εμφύλιο πόλεμο. Επικεντρώνεται στην οικονομική περίοδο από το 75 και μετά και παρουσιάζει ψύχραιμα αλλά όχι αμέτοχα , μέσα από τους ήρωές του, την λεηλασία κονδυλίων και πόρων της χώρας από επιτήδειους ασυνείδητους έλληνες .Απλά και με σαφήνεια μας δείχνει , μέσα από την πορεία των δυο αξιαγάπητων για την σταθερότητά τους χωριατόπαιδων , πως για μια τριακονταετία (θυμόμαστε τον τριακονταετή εμφύλιο μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης), ότι πλούτο παρήγαγε η Ελλάδα ή ότι κονδύλια ερχόταν από την ΕΟΚ λεηλατούνταν ή σπαταλούνταν ασύστολα από ένα διεφθαρμένο μηχανισμό και στερούνταν από αυτούς που πραγματικά θα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη της χώρας . Τι άλλο θα μπορούσε να είναι αυτό παρά οικονομικός εμφύλιος ;  Αυτός ο εμφύλιος είχε απαρχή και συνέπειες και στην εσωτερική δομή του κάθε έλληνα. Από μεροκαματιάρηδες , μπίζνεσμαν, κι από καταστηματάρχες, golden boy . Με διαλυμένη ψυχοσύνθεση, με υπέρμετρη , μονόπλευρη φιλοδοξία και αχόρταγη καταστρεπτική διάθεση.

Τώρα , και γι αυτό είναι πέραν του διαχρονικού , και εξαιρετικά επίκαιρο αυτό το έργο του Τριανταφυλλάκη, τώρα βλέπουμε τις επιπτώσεις. Κάποιοι πληρώνουν γιατί έτσι όφειλαν , αλλά οι περισσότεροι πληρώνουμε την αδιαφορία μας.  

Συνεχώς στο βιβλίο πλανάται μια απορία . Οι ήρωές του έχουν μια μόνιμη απορία, η οποία όμως ξεκινά μετά τα δεκαοχτώ τους. Δεν αφορά δηλαδή την απλή ζωή τους στο χωριό, στην οποία διαφαινόταν μια συγκεκριμένη πορεία. Αυτό που ακολούθησε το σηματοδοτεί συνεχώς ο κίνδυνος του στερητικού –α. 

Δηλαδή συνεχώς φοβούνται τη α-πορεία. Η ζωή τους δεν είχε σχεδιαστεί έτσι. Εμπλεξαν όπως θα τύχαινε στον καθένα μας. Και σε κάθε βήμα φοβόταν την α-πορεία, την μη κατεύθυνση. Μια σειρά γεγονότων που ανταποκρίθηκαν στις φιλοδοξίες αυτών των παιδιών , τους οδήγησαν σε νέους δρόμους.  Κι εδώ, στην πορεία μέσα από τον κυνισμό της οικονομοκρατίας όλες οι περιστάσεις σκοντάφτουν ευχάριστα κάθε λίγο σε ένα μικρό χωριό του Εβρου. Αυτές οι συχνές αναφορές που με την πρώτη ματιά μοιάζουν με μνημόσυνα των αθώων ετών, είναι σωτήριες για την ψυχή των ηρώων αλλά και του αναγνώστη.  Μέσα στο ζόφο της οικονομικής θηριωδίας , έρχεται κάθε λίγο η μνήμη του χωριού να δώσει ελπίδα και να στήσει μικρά αλλά γερά θεμέλια αξιών , ανάμεσα στους ουρανοξύστες της απάνθρωπης παγκοσμιοποίησης του χρήματος. Σε κάθε κεφάλαιο , στο βιβλίο του Τριανταφυλλάκη  μέσα από τα σύννεφα της κερδοσκοπίας προβάλλει κάθε τόσο ένας λαμπερός ήλιος. Ο ήλιος που έμεινε να λάμπει στο μικρό Εβρίτικο χωριό. Και αυτό το χωριό και οι αξίες που αντιπροσωπεύει , προσφέρονται χωρίς αντίτιμο, εντελώς δωρεάν. Προβάλλουν μέσα από τις παιδικές μνήμες των παιδιών –ηρώων του μυθιστορήματος.

Ο Ορέστης και η Μαριάννα απέκτησαν φήμη και χρήματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διαχειρίστηκαν μεγάλες περιουσίες και ενεπλάκησαν σε πολύπλοκα οικονομικά παιχνίδια. Συνομίλησαν με υψηλούς οικονομικούς παράγοντες, αλλά έμειναν στην ουσία τους τα απλά – έντιμα έξυπνα, καθαρά και χαμογελαστά  ελληνάκια της δεκαετίας του 70.   Αυτό εντόπισα να είναι το κεντρικό μήνυμα του συγγραφέα. Το ύψιστο δηλαδή μήνυμα που ο Τριανταφυλλάκης θέλει να δώσει στη σημερινή ελληνική κοινωνία, που βρέθηκε , ως μη όφειλε , στη δίνη αυτού του αισχρού κερδοσκοπικού πολέμου.  Σύμφωνα λοιπόν μ’αυτό το μήνυμα,  και το οποίο υπερθεματίζω , η ελπίδα κάθε έλληνα στις δύσκολες περιστάσεις πατάει και στηρίζεται στις πλέον διαχρονικές αξίες της φυλής. Την απλότητα, το καθαρό μυαλό, τη μικρή πατρίδα ,την κρίση, την εντιμότητα , τους καλούς φίλους , την οικογένεια την ανυποχώρητη αισιοδοξία με λίγα λόγια το πηγαίο ένστικτο του προπάτορα έλληνα Οδυσσέα.

Θα μπορούσε ο τίτλος απ ‘όλους εμάς που το διαβάσαμε να συμπληρωθεί..Αλλιώς τα είχαμε σχεδιάσει αλλά τα καταφέραμε.  Την τελευταία φράση ο συγγραφέας μας τη παραχωρεί σε όλο του το μυθιστόρημα.


Σαν τον Οδυσσέα : «Πολλών δ’ανθρώπων είδεν όστεα και νόον έγνω». Ταξίδεψε, πολέμησε, διέλυσε ένα κράτος, περιπλανήθηκε στη Μεσόγειο..αλά πάντα το φως που έβλεπε μέσα του και μπροστά του και ήταν αυτό που τον κρατούσε όρθιο, πήγαζε από την αυτόφωτη Ιθάκη του. 

*Ο Μιχάλης Φαργκάνης είναι Δρ Θεολογίας 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου