Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Το μανιφέστο της νέας οικονομικής σκηνής

Έχουν γραφτεί χιλιάδες λέξεις. Έχουν μιλήσει πολλοί πριν, και θα μιλήσουν ακόμη περισσότεροι μετά από εμένα. Τι νόημα έχει μια ακόμα φωνή; Μια φωνή που έχει μάθει να επιδρά όχι διά των λόγων της, αλλά διά των πράξεών της. Ίσως περιμένει να την ακούσουν τα κατάλληλα αυτιά.
Καθημερινές λέξεις όπως Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός, Κομμουνισμός, Φασισμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ κλπ, χρειάζονται βιβλία ολόκληρα για να αποκτήσουν νόημα, και σημαίνουν τόσα πολλά που καταλήγουν να είναι κενές περιεχομένου. Αυτές οι λέξεις μου θυμίζουν το ερώτημα «που βρίσκεται Ο Θεός;» για να έλθει η αποστομωτική απάντηση «Ο Θεός είναι παντού». Κανείς δεν απαντά «όταν κάποιος είναι παντού είναι και πουθενά, άρα δεν υπάρχει, άρα δεν υπάρχει Θεός» ή «επειδή ακριβώς είναι Θεός μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού και πουθενά».

Παρ’ αυτά, η ανάπτυξη των πολιτισμών στηρίχτηκε στην ύπαρξη του Θεού. Όμως τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα αν σκεφτούμε ότι ολόκληρο το Ευρωπαϊκό μεταπολεμικό πολιτικό σκηνικό στηρίχθηκε στις προαναφερόμενες λέξεις, σε λέξεις κενές περιεχομένου!
Η Ευρώπη,το μόνο σύστημα που γνώριζε ήταν αυτό της γεοκτημοσύνης-φεουδαρχίας, από αυτό προήλθε η αριστοκρατία των εμπόρων, η οποία έδωσε τα ινία στην βιομηχανοποιημένη αστική κοινωνία. Είναι λοιπόν λογικό, η μετάβαση από το παρελθόν στο μέλλον να επιζητά νέες πολιτικές ορολογίες. Η Ευρώπη στήριξε την ύπαρξη της σε κενές ορολογίες, σε κενές λέξεις.
Η Ρωσική Αυτοκρατορία, παρά τις προσπάθειες του Μεγάλου Πέτρου, συνέχισε επί 200 χρόνια να βυθίζεται στο αδιέξοδο της τσαρικής οικονομικής ελίτ. Αδιαφόρησε για την μετάβαση στο νέο αστικό βιομηχανοποιημένο μοντέλο και δεν αντιλήφθηκε τις ανάγκες που προέκυψαν από την μετατροπή του αγροτικού πληθυσμού σε αστούς εργάτες. Το κενό καλύφθηκε βίαια από τη νέα πολιτική αντίληψη του Μπολσεβικισμού-Κομμουνισμού, η οποία διαστρέβλωσε και παρερμήνευσε πλήρως τη Μαρξιστική Θεώρηση, μετατρέποντάς την σε κενές λέξεις.
Η Βόρεια Αμερική, με κίνητρο την πιο βασική ανάγκη της ανθρώπινης φύσης, την επιβίωση, εξορθολόγησε τις μόνες αρχές που γνώριζε, αυτές του Χριστιανισμού, προβάλλοντάς τις σε μοντέλο υγιούς συμβίωσης και οικονομικής ανάπτυξης. Απεγκλωβίστηκε από τις δογματικές αντιλήψεις των Καθολικών, των Προτεσταντών και των Ευαγγελιστών και κατάφερε να υιοθετήσει έναν πρωτοποριακό εθνικισμό, πάνω στον οποίο βασίστηκε και πορεύτηκε.
Η Ευρώπη, άσκησε την Δημοκρατία, με την σημερινή της μορφή, για πρώτη φορά στις αρχές του 1900. Η Γερμανία χρησιμοποίησε τους νεοσύστατους Δημοκρατικούς θεσμούς της, που ήλθαν να αντικαταστήσουν το μέχρι τότε παραπαίουσα Αυτοκρατορία, για να αντιμετωπίσει την επέλαση των Μπολσεβίκων. Δόθηκαν Δημοκρατικές ελευθερίες σε ένα λαό που δεν ήξερε πώς να τις χρησιμοποιήσει. Το αποτέλεσμα ήταν να εκλεγούν οι εθνικοσοσιαλιστές, οι οποίοι βίασαν κάθε υγιή εθνική, πατριωτική και κοινωνική αρχή και εξελίχθηκαν σε ρατσιστές δικτατορικού τύπου.  Οι εθνικοσοσιαλιστές εφάρμοσαν τον Σοσιαλισμό με πρωταγωνιστή μία ιδιόμορφη εθνική αντίληψη, εγκλωβισμένοι μεταξύ της στρατιωτικής Πρωσικής αριστοκρατίας, του αναπτυσσόμενου Καπιταλισμού (που βασιζόταν στις τότε ανερχόμενες βιομηχανοποιημένες νέες τεχνολογίες)και των αναγκών του προλεταριάτου (που αναπτυσσόταν με μεγάλους ρυθμούς από τη μετατροπή του αγροτικού πληθυσμού σε αστικοποιημένο εργατικό δυναμικό).
Η Ευρώπη, αν και μεταπολεμικά κατάφερε να απαλλαγεί από τις ψευδεπίγραφες διαχωριστικές γραμμές των πολιτικών ορολογιών, συνέχισε να χρησιμοποιεί τις ίδιες κενού περιεχομένου λέξεις. Ωστόσο, φρόντισε να δομήσει τον κρατικό μηχανισμό με τέτοιον τρόπο, ώστε να είναι ανεξάρτητος από την βούληση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Όσο η Ευρώπη ήταν χωρισμένη, το μοντέλο αυτό δούλεψε καλά. Όμως το 1990 με την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος, οι πολιτικές ορολογίες επανήλθαν στο προσκήνιο επιζητώντας επαναπροσδιορισμό. Το σφάλμα ήταν ότι επαναπροσδιορισμός έγινε σε πολιτική βάση και όχι σε οικονομική.
Μέσα σε όλες αυτές τις εξελίξεις, η Ελλάδα ακολούθησε τον δικό της δρόμο, αυτόν της μεταπολίτευσης. Ουδέποτε κατανόησε τι σημαίνουν οι αλλαγές στην Ευρώπη. Επίσης, ουδέποτε έγιναν αντιληπτές οι συνέπειες της Οικονομικής και Πολιτικής Παγκοσμιοποίησης. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε στο δικό της μεταπολιτευτικό σύμπλεγμα.
Η Ελλάδα, επέμεινε σε ένα απαξιωμένο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που βασιζόταν στον πολιτικό και οικονομικό λαϊκισμό. Η αναδιανομή του πλούτου και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, δεν προήλθαν από την ορθολογική και θεσμοθετημένη οικονομική ανάπτυξη, αλλά από κατ’ ευθείαν παροχές του Κράτους προς τους πολίτες. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργήθηκε μία ιδιόμορφη γραφειοκρατική κάστα δημοσίων υπαλλήλων, και γύρω από αυτούς
παρασίτησε ένας ιδιόμορφος κρατικοδίαιτος επιχειρηματικός κύκλος. Το μεταπολιτευτικό οικονομικό θαύμα στηρίχτηκε σε κακής ποιότητας ανθρώπους.
Το φαύλο ελληνικό οικονομικό και πολιτικό μοντέλο ανάπτυξης λειτουργούσε τέλεια, αφού το πληθωριστικό εθνικό νόμισμα ωθούσε την οικονομική ανάπτυξη. Η συνταγή απλή: «να ξοδεύεις γρήγορα το πληθωριστικό χρήμα, να το τοκίζεις και να το μετατρέπεις σε ασφαλείς αξίες όπως γη και γενικότερα ακίνητα. Δε σε συμφέρει να το μετατρέψεις παραγωγικές επενδύσεις, διότι θα κερδίσεις λιγότερα».
Όλα αυτά άλλαξαν με την είσοδο της Ελλάδας στην Οικονομική Νομισματική Ένωση και με την έλευση του Ευρωνομίσματος. Τώρα πια οι Έλληνες είχαν ένα ισχυρό νόμισμα στα χέρια τους. Ξαφνικά η παράμετρος του υψηλού πληθωρισμού-τόκου έλειψε. Οι Έλληνες όμως συνέχισαν να κάνουν αυτό που ήξεραν καλύτερα, να χτίζουν και να ξοδεύουν. Δεν συνειδητοποίησαν ότι το Ευρώ δεν είναι πληθωριστικό νόμισμα. Δεν κατάλαβαν ότι ένα μη πληθωριστικό νόμισμα, είχε ανάγκη από πραγματικές επενδύσεις, ώστε οι εργαζόμενοι να ξοδεύουν από το παραγόμενο χρήμα, δηλαδή από τον κύκλο του χρήματος και όχι από το Κράτος. Ο φαύλος κύκλος έπαψε να λειτουργεί. Επήλθε κορεσμός. Η οικονομική και πολιτική φούσκα έσκασε.
Οι στρατιές των δημοσίων υπαλλήλων, που αποτελούν την βάση των ψηφοφόρων του πολιτικού συστήματος, χρόνο με τον χρόνο μειώνονται. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, αφού το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί πια να τους απασχολήσει. Έχει ανάγκη να διατηρήσει την στοιχειώδη οικονομική αξιοπιστία του, για να αντλήσει χρήμα από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε αυτό βοήθησε το Μνημόνιο, που δεν είναι τίποτε παραπάνω την σύναψη οικονομικών υποχρεώσεων προς πλήρωση, ώστε να συνεχιστεί εύρυθμα η χρηματοδότηση.
Η Ευρώπη, άφησε την υλοποίηση του Μνημονίου στα χέρια του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οι Έλληνες πολιτικοί, βρέθηκαν απότομα σε αδιέξοδο. Το αδιέξοδο, δεν προέρχεται από το Μνημόνιο, αλλά από την συρρίκνωση της παραδοσιακής εκλογικής βάσης των ψηφοφόρων, δηλαδή των δημοσίων υπαλλήλων. Οι λιγοστοί πλέον δημόσιοι υπάλληλοι δεν αρκούν για να εκλέξουν τους πολιτικούς. Ακόμα χειρότερα, όσοι έφυγαν από το δημόσιο, αλλά και όσοι προσδοκούσαν να πάνε, δεν είναι διατεθειμένοι να τους στηρίξουν, όχι επειδή απομακρύνθηκαν ή επειδή επιμένουν να προσδοκούν, αλλά επειδή δεν βλέπουν να δημιουργούνται νέες θέσεις
Εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Οι ψηφοφόροι δεν ενδιαφέρονται πια για «μια θέση στον ήλιο», νιώθουν τυχεροί εάν βρούνε μία δουλειά για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Ζητούν την απεξάρτησή τους από τους πολιτικούς, σε ότι αφορά τις άμεσες οικονομικές τους ανάγκες. Κατάλαβαν ότι το Κράτος δεν μπορεί πια να είναι εργοδότης τους. Η ελπίδα των πολιτών είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Και η ελπίδα των πολιτικών, είναι να αντιληφθούν ότι θα αντλήσουν ψηφοφόρους από την δεξαμενή των νέων θέσεων εργασίας. Ωστόσο, η δημιουργία των νέων θέσεων εργασίας πρέπει να γίνει με σεβασμό στους θεσμούς και με ορθολογικό τρόπο, διαφορετικά σε λίγα χρόνια το πρόβλημα θα εμφανιστεί ξανά. Οι Έλληνες επιχειρηματίες δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, παρά να προσαρμοστούν στην νέα πραγματικότητα. Θα πρέπει να πάψουν να προσδοκούν υψηλά και γρήγορα κέρδη, διαφορετικά δεν πρόκειται να αντλήσουν από πουθενά κεφάλαια για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών τους σχεδίων. Εξ άλλου, λόγω του Ευρώ, δεν έχουν πια λόγο σε επίπλαστα κέρδη, αφού η επιχειρηματική δραστηριότητα τους αποδίδει περισσότερα από ότι ο τόκος. Ο ορθολογικός Καπιταλισμός, σε αντίθεση με τον εξελληνισμένο Καπιταλισμό Σοβιετικού τύπου, επιτάσσει την επίτευξη μετριασμένου κέρδους το οποίο να επανεπενδύεται.
Ο πολιτικός που θα συνειδητοποιήσει πρώτος ότι τα «αυγά ήδη έχουν σπάσει» και ότι είναι πολύ κοντά στο «να κάνει την ομελέτα», θα υπηρετήσει την Ελλάδα με τον καλύτερο τρόπο και θα είναι βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ωφελημένος. Αυτό σημαίνει, ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα «έσπασε» και ότι όσο πιο γρήγορα δημιουργηθούν «νέες θέσεις εργασίας», τόσο μεγαλύτερο το όφελος για τους ψηφοφόρους αλλά και για τους πολιτικούς.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το νέο πολιτικό σύστημα, είναι η απουσία ψηφοφόρων. Δηλαδή ανθρώπων που δεν ενδιαφέρονται να ψηφίσουν, διότι πολύ απλά δεν προσδοκούν σε τίποτα. Ας είμαστε ρεαλιστές, το εμπόρευμα του πολιτικού είναι η ελπίδα. Για να συνεχίσει την εμπορία, πρέπει να επαναπροσδιορίσει το προϊόν του. Πρέπει δηλαδή να καταλάβει, ότι η παρεχόμενη ελπίδα δεν μπορεί πλέον να δίδεται διά ενός κενού Οράματος, αλλά διά συγκεκριμένων πράξεων. Το τελικό Όραμα χρειάζεται ενδιάμεσες στάσεις, που να παραπέμπουν σε υλοποιημένες ενέργειες, από τις οποίες ο ψηφοφόρος να βλέπει το άμεσο προσωπικό του όφελος. Οι «στάσεις» αυτές είναι η άμεση, εύκολη και απρόσκοπτη αδειοδότηση λειτουργίας παραγωγικών μονάδων (μικρών και μεγάλων) και το
«προσωπικό όφελος» προέρχεται από τις προσλήψεις για τη πλήρωση των νέων θέσεων εργασίας.
Σε λίγα χρόνια, αν όχι άμεσα, θα εκλέγεται ο πολιτικός εκείνος, στην  περιφέρεια του οποίοι θα εκδίδονται οι περισσότερες άδειες λειτουργίας νέων παραγωγικών μονάδων. Οι πολιτικοί θα συναγωνίζονται μεταξύ τους, για το πόσο γρήγορα εκδόθηκε μία άδεια και πόσο γρήγορα χτίστηκε ένα εργοστάσιο.
Ιππο-Κριτής

 www.antinews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου