Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Το μεγάλο σταυροδρόμι της ελληνικής οικονομίας


Δύο χρόνια μετά το ζενίθ της κρίσης, ένα φως αρχίζει να χαράζει στην άκρη του ελληνικού τούνελ. Θα φτάσουν όμως η κοινωνία -και οι πολιτικοί- μέχρι την έξοδο; Τι φοβούνται οι επενδυτές. Ποιο πρόσωπο παρακολουθούν στενότερα οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο. 

Τα λευκά μάρμαρα στα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην Πλατεία Συντάγματος των Αθηνών λάμπουν στον καλοκαιρινό ήλιο. Οι πέτρες που αποκολλήθηκαν από διαδηλωτές στο ζενίθ της κρίσης της ευρωζώνης, κατά την οποία η Ελλάδα κήρυξε στάση πληρωμών, το 2012, έχουν αντικατασταθεί. Η πλατεία πλημμυρίζει από τουρίστες.
Η Ελλάδα δείχνει ότι επιστρέφει στην ομαλότητα. Μετά από συρρίκνωση 25% από τις αρχές του 2008, η οικονομία έχει σταθεροποιηθεί. Φέτος μπορεί ακόμη και να επιστρέψει σε ανάπτυξη. Επιπλέον η Ελλάδα έχει καθαρίσει την εικόνα της στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Η κυβέρνηση άντλησε 3 δισ. ευρώ από 5ετή ομόλογα με επιτόκιο μόλις 4,95% τον Απρίλιο και επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ από 3ετές ομόλογο τον τρέχοντα μήνα.
Πίσω από τη νηνεμία όμως, συνεχίζουν να κρύβονται φόβοι για το μέλλον της χώρας, που πριν από δύο χρόνια απείλησε να προκαλέσει την κατάρρευση της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης.

«Τα ρίσκα έχουν μειωθεί αισθητά, αλλά η νέα συναστρία από οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους ίσως απειλήσει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και την οικονομική ανάκαμψη», προειδοποιεί ο Λουκάς Παπαδήμος, πρωθυπουργός της χώρας από τον Νοέμβριο του 2011 έως τον Απρίλιο του 2012.
Οι κάθετες μειώσεις στα εισοδήματα και η «εξαιρετικά υψηλή» ανεργία «έχουν δώσει δύναμη στις πολιτικές παρατάξεις της ακραίας δεξιάς και της ριζοσπαστικής αριστεράς» προσθέτει. «Η τεράστια βελτίωση στις συνθήκες των αγορών κεφαλαίου δεν έχει ακόμη καθρεφτιστεί στην ελληνική οικονομία».
Ένας γνωστός Έλληνας επιχειρηματίας παραδέχεται: «Εντυπωσιάστηκα που η κυβέρνηση μπόρεσε να εκδώσει ομόλογα. Πόσο βραχείες είναι, πράγματι, οι μνήμες...».
Οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. και του ΔΝΤ εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με Έλληνες πολιτικούς για κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Μετά το καλοκαίρι, θα ξεκινήσουν συνομιλίες για το αν χρειάζεται η χώρα ανακούφιση από το χρέος και νέο πρόγραμμα διάσωσης, όταν λήξει το ισχύον μνημόνιο στα τέλη του έτους. Αν κρίνουμε από το παρελθόν, οι συγκρούσεις θα είναι αναπόφευκτες.
Η εύθραυστη κυβέρνηση συνασπισμού του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά θα αντιμετωπίσει ένα ακόμη εμπόδιο τον Φεβρουάριο, με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αν δεν συμφωνήσουν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα για τον υποψήφιο, θα ακολουθήσουν κοινοβουλευτικές εκλογές. Κι αν γίνει αυτό, το αριστερό κόμμα της αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, που απορρίπτει τους άκαμπτους όρους του μνημονίου, θα αναδειχθεί στο μεγαλύτερο κόμμα και πιθανόν να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.
Η υποστήριξη στο νεοναζιστικό κόμμα Χρυσή Αυγή έχει επίσης εκτιναχθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης. Λαμβάνει τακτικά 10% στις δημοσκοπήσεις και μπορεί να κερδίσει περισσότερες έδρες. Η Χρυσή Αυγή έχει διατηρήσει την απήχησή της στους άνεργους, δεξιούς Έλληνες και δεν είναι πιθανό να απαγορευτεί, μολονότι οι ηγέτες του είναι προφυλακισμένοι για να δικαστούν με την κατηγορία της λειτουργίας εγκληματικής οργάνωσης.

Τα ελληνικά ομόλογα

Με τόση αβεβαιότητα, ο φόβος είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν αποτιμούν ορθώς την Ελλάδα. Τα hedge funds αποκόμισαν κέρδη αρχικά, όταν η χώρα κόντευε να καταρρεύσει. Αλλά την τωρινή ζήτηση για τα ελληνικά χρεόγραφα φέτος τη διογκώνουν οι διεθνείς επενδυτές που αναζητούν απεγνωσμένα αποδόσεις, έστω λίγων ποσοστιαίων μονάδων, σε μια εποχή με ιστορικά χαμηλά επίσημα επιτόκια.
Τα επιχειρήματα υπέρ των επενδύσεων στην Ελλάδα είναι ότι οι «ακραίοι κίνδυνοι» -όπως ένας καταστροφικός εξοστρακισμός από το ευρώ ή μια νέα στάση πληρωμής- έχουν ελαχιστοποιηθεί. Τα μέτρα ανακούφισης από το χρέος που συμφωνήθηκαν το 2012 έχουν μειώσει την πιθανότητα να αντιμετωπίσει η χώρα σοβαρά προβλήματα στην εξυπηρέτηση του χρέους στο άμεσο μέλλον. Η μέση διάρκεια των δανείων από τα κεφάλαια διάσωσης της Ευρώπης είναι πάνω από 30 χρόνια.
Η κρίση έδειξε επίσης ότι οι περισσότεροι Έλληνες θέλουν να παραμείνουν στην ευρωζώνη, όσο έντονη κι αν είναι η αντίθεσή τους με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Μετά τη δικτατορία της δεκαετίας του 1970, οι Έλληνες θεωρούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς «άγκυρες σταθερότητας». Η υπόλοιπη Ευρώπη έχει καταλήξει στο ότι το ευρύτερο κόστος του εξοστρακισμού της χώρας θα είναι υπερβολικά μεγάλο. «Ένας ουσιώδης συντελεστής είναι ότι δεν περιλαμβάνεται πλέον στις πιθανότητες έξοδος της Ελλάδας», σχολιάζει ο κ. Χρήστος Μεγάλου, διευθύνων σύμβουλος της Eurobank.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε ανέλπιστα ανθεκτικό, παρότι η ανεργία πλησιάζει το 30%. Μολονότι έχει ελάχιστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η κυβέρνηση Σαμαρά, που ανέλαβε τον Ιούνιο του 2012, έχει μεγαλύτερη διάρκεια από τις δύο προηγούμενες κυβερνήσεις. «Το γεγονός ότι έχουμε φτάσει εδώ, χωρίς μεγάλη κοινωνική αναταραχή, δεν είναι λίγο», τονίζει η κ. Αλεξάνδρα Παπαλεξοπούλου, διευθύντρια στρατηγικού σχεδιασμού της τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν, μιας από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας.
Ορισμένοι εμπειρογνώμονες θεωρούν επίσης ότι οι Έλληνες πήραν το μάθημά τους από τη δημοσιονομική ασυδοσία. «Είναι η νέα κοινωνική νοοτροπία, όπως η Γερμανία είχε τις μνήμες του αποπληθωρισμού και οι ΗΠΑ του Μεγάλου Κραχ» σχολιάζει ο κ. Γιώργος Παγουλάτος, καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σε κάθε περίπτωση, για να επαληθεύσει το χαμηλό κόστος δανεισμού της στις αγορές και να παράσχει αποδόσεις στους μακροπρόθεσμους χρηματιστηριακούς επενδυτές, η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Και γι' αυτό απαιτείται μεγάλη αλλαγή στην ελληνική οικονομία.
«Αυτό που χρειαζόμαστε απεγνωσμένα και αρχίζουμε να ζητάμε είναι ένα σχέδιο στρατηγικής», δηλώνει ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκος Μητσοτάκης, που έχει αναλάβει το έργο της συρρίκνωσης του δημοσίου τομέα. Τονίζει ότι το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που έχουν σχεδιάσει οι διεθνείς πιστωτές δεν είναι παρά μόνο η αρχή της διαδικασίας. «Θα χρειαστούμε το δικό μας μνημόνιο που είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε εμάς και στους Έλληνες πολίτες. Χρειάζεται κάποια εσωτερική νομιμότητα... Οι Έλληνες είναι φοβερά ατομιστές, αλλά η κρίση σχεδόν τους υποχρέωσε να συνεργαστούν περισσότερο».
Από κάποιες απόψεις, η Ελλάδα μοιάζει περισσότερο με αναδυόμενη αγορά -μετά την κρίση εξάλλου αυτή είναι η επίσημη κατάταξή της στον επενδυτικό κόσμο- παρά με προηγμένη ευρωπαϊκή οικονομία. Κατέχει την 80ή θέση, δίπλα στη Ζουαζιλάνδη, στον δείκτη διαφθοράς της διεθνούς διαφάνειας.
«Δεν έχουμε προχωρήσει αρκετά στη διαπόμπευση της διαφθοράς», εκτιμά ο κ. Κώστας Μπακούρης, πρόεδρος της διεθνούς υπηρεσίας στην Ελλάδα.
Πιστεύει ότι οι Έλληνες έχουν αρχίσει να αλλάζουν απόψεις - έστω και επειδή οι πολύ δύσκολες συνθήκες δεν τους έχουν αφήσει δυνατότητα χρηματισμού. «Θα ήθελα να το δω να εξελίσσεται σε τσουνάμι».
Το σημείο στο οποίο διαφέρει η Ελλάδα από τις περισσότερες αναδυόμενες είναι ότι δεν έχει βρει ακόμη τον δρόμο επιστροφής της στην ανάπτυξη. Η αποτυχία του μεσογειακού μοντέλου που εφαρμόστηκε πριν από την κρίση, βασισμένου σε δανειοδοτούμενη κατανάλωση και διεφθαρμένη διοίκηση, είναι προφανής. Παρά τα μέτρα, το κρατικό χρέος και πάλι θα αντιστοιχεί στο 180% του ΑΕΠ φέτος.
«Δεν γνωρίζουμε ακόμη πώς θέλουμε να είναι αυτό το μοντέλο», επισημαίνει ο καθηγητής κ. Παγουλάτος. «Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε μεγαλύτερο εξαγωγικό κλάδο και πιο ελαστικές αγορές εργασίας, αλλά δεν ξέρω αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταργήσουμε την κοινωνική συνοχή».
Για την ώρα, οι κακές συνήθειες κόβονται δύσκολα. Η κυβέρνηση της χώρας διένειμε μεγάλο κομμάτι του φετινού πλεονάσματος στον πρωτογενή προϋπολογισμό με τη μορφή κοινωνικού μερίσματος στις ασθενέστερες εισοδηματικές ομάδες, αντί να το χρησιμοποιήσει για την πληρωμή τόκων του δημοσίου χρέους. «Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα επενδύσεις και δεν μπορούμε να περιμένουμε να τις κάνουν οι ξένοι, όταν δεν είμαστε έτοιμοι οι ίδιοι να επενδύσουμε» διαμαρτύρεται διακεκριμένος Αθηναίος επιχειρηματίας.

Το μέτωπο της φοροδιαφυγής

Το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας από την κρίση επικεντρώθηκε στη μείωση των δαπανών και στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής θέσης, επειδή η συμμετοχή στην ευρωζώνη δεν επέτρεπε τη νομισματική υποτίμηση. Η Αθήνα έχει τουλάχιστον αποκαταστήσει ορισμένες από τις λειτουργίες μιας σύγχρονης κυβέρνησης καταπολεμώντας τη φοροδιαφυγή, για παράδειγμα. Παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα στις μεγάλες επιχειρήσεις και στα μεγάλα εισοδήματα, αλλά η συνολική φοροείσπραξη ξεπέρασε τους στόχους πέρσι και στο α΄ εξάμηνο του 2014.
Η κυβέρνηση έχει επίσης συρρικνώσει τον δημόσιο τομέα. Το μισθοδοτιό βάρος του δημοσίου μειώθηκε κάτω από τα 16 δισ. ευρώ το 2013 σε σύγκριση με πάνω από 24 δισ. δολ. το 2009.
Οι μεταρρυθμίσεις δεν έχουν καταφέρει να καταπολεμήσουν τα συντεχνιακά συμφέροντα, όπως είναι τα κλαδικά συνδικάτα και τα μονοπώλια, που αντιτίθενται στις προσπάθειες απελευθέρωσης και διασποράς στην οικονομία. Χωρίς μεταρρυθμίσεις, πολλοί επικριτές πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν θα καταφέρει να προσελκύσει ξένες επενδύσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την ανάκαμψη. Οι οικονομολόγοι συμφωνούν, για παράδειγμα, ότι ο τουρισμός και η ναυτιλία, τα παραδοσιακά «μαξιλάρια» της ελληνικής οικονομίας, δεν επαρκούν ώστε να δημιουργηθούν αρκετές θέσεις εργασίας μακροπρόθεσμα. «Η Ελλάδα και η Καλιφόρνια έχουν κάτι κοινό: και οι δύο είναι χρεοκοπημένες. Αλλά η Καλιφόρνια έχει τη Silicon Valley», σημειώνει ο κ. Θοδωρής Πελαγίδης, συνεργάτης του think-tank Brookings Institution.
Λίγο παλαιότερα ο ΟΟΣΑ έκανε πάνω από 300 συστάσεις για τους τρόπους τόνωσης του ανταγωνισμού. Ανάμεσα στις καταστροφικές ανωμαλίες που εντόπισε, για παράδειγμα, ήταν κανόνες που δεν επέτρεπαν στις ξένες γαλακτοβιομηχανίες να προμηθεύουν γάλα εγκαίρως ώστε να πωλείται ως «φρέσκο». Έτσι, οι Έλληνες πλήρωναν παραπάνω για το φρέσκο γάλα απ' όσο οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι. Ένα άλλο προϊόν της ανελαστικότητας του συστήματος είναι ότι οι εξαγωγές δεν έχουν κατορθώσει να ανακάμψουν και αντίθετα το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε λόγω της κατάρρευσης της ζήτησης.
Μια σειρά άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν προωθηθεί -μεταξύ των οποίων από την Κίνα που θέλει να επεκτείνει τις επιχειρήσεις κοντέινερ στο λιμάνι του Πειραιά- αλλά λίγες συμφωνίες έχουν υπογραφεί. Η σκόρπια δόμηση των ελληνικών επιχειρήσεων περιορίζει τις ευκαιρίες για τους ξένους. Η τουριστική βιομηχανία, για παράδειγμα, είναι μεγάλη αλλά υπάρχουν λίγες ευμεγέθεις ξενοδοχειακές αλυσίδες. «Οι επενδύσεις εδώ είναι σαν το καλό κρασί: μας αρέσει να το αφήνουμε στο κελάρι για 20 χρόνια και να περιμένουμε να ωριμάσει», χαριτολογεί ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Νότης Μηταράκης.
Η αποδυναμωμένη κατάσταση των ελληνικών τραπεζών, που θα είχαν καταρρεύσει χωρίς τα δισ. ευρώ σε έκτακτη βοήθεια από την ΕΚΤ, δεν βοηθά την κατάσταση. Η οικονομική θέση τους έχει βελτιωθεί: Όπως η κυβέρνηση, έχουν αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες στις αγορές για να δυναμώσουν τους ισολογισμούς τους με εκδόσεις μετοχών και ομολόγων. Αλλά ο δανεισμός στην πραγματική οικονομία συνεχίζει να συρρικνώνεται. «Η τραπεζική πίστη παραμένει πολύ σφιχτή και συγκρατεί την οικονομική ανάκαμψη», τονίζει ο κ. Παπαδήμος.
Οι εγχώριες τράπεζες υποχρεώνονται να πληρώνουν πολύ υψηλότερα επιτόκια για να προσελκύουν καταθέσεις: Περίπου 100 δισ. ευρώ που αποσύρθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν έχουν επιστρέψει ακόμη. Επιβαρύνονται επίσης από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που μπορεί να μην αποπληρωθούν ποτέ και καταλαμβάνουν πάνω από 40% των δανειακών χαρτοφυλακίων. Ο φαύλος κύκλος των αποκαλούμενων επιχειρήσεων «ζόμπι» και ο ανύπαρκτος δανεισμός, συγκρατούν παραπάνω την οικονομική ανάπτυξη. «Υπάρχει κρίση ρευστότητας. Οι Γερμανοί μας λένε να κάνουμε εξαγωγές αλλά πώς;» διερωτάται ο κ. Πελαγίδης.
Με τόσες προκλήσεις, αρκετοί επιχειρηματίες και ρυθμιστές παρασκηνιακά υποστηρίζουν να συνεχιστεί η στενή επόπτευση της Ελλάδας από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ. «Αν δεν υπάρχει πίεση, φοβάμαι ότι πολλά επιτεύγματα θα χαθούν αμέσως», σχολιάζει ένας εξ αυτών. Ένας άλλος συμπληρώνει: «Υπάρχει ακόμη το σκεπτικό 'η κρίση θα περάσει και θα γυρίσουμε εκεί όπου ήμασταν, κάποιος θα μας δώσει περισσότερα χρήματα'».
Ένα νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα (το πρόγραμμα του ΔΝΤ φτάνει μέχρι το 2016) θα περιέχει τη δυνατότητα περαιτέρω ανακούφισης από τα χρέη, μέσω νέας παράτασης των λήξεων ή διαγραφής τμήματος των χρεών. Αλλά η κυβέρνηση του κ. Σαμαρά, δημοσίως τουλάχιστον, θέλει να ξεφύγει από τις προϋποθέσεις των ατελείωτων μνημονίων που επιβάλλουν τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις.
Θα ξαναδούμε διαδηλώσεις στην Πλατεία Συντάγματος; Οι διαθέσεις στην Αθήνα είναι επιφυλακτικά αισιόδοξες. Για φέτος προβλέπεται μια μετριοπαθής οικονομική ανάπτυξη περίπου 1% και η ανεργία υποχωρεί. «Η οικονομία συνεχίζει να έχει πολλά θέματα - δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Αλλά τουλάχιστον επικρατεί η αίσθηση ότι βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ», εξηγεί ο κ. Μεγάλου. Είναι μια εύθραυστη ανακωχή.

Η αντιπολίτευση

Από πολιτική άποψη, οι Βρυξέλλες παρακολουθούν ασταμάτητα την ανέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ. Οι προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου ίσως σηματοδοτήσουν το σημείο καμπής για τον φωτογενή Αλέξη Τσίπρα, τον ηγέτη του κόμματος, που απορρίπτει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες επιβάλλουν οι ξένοι πιστωτές.
Για να εκλεγεί ο πρόεδρος του κράτους χρειάζονται 180 ψήφοι ή τα τρία πέμπτα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Όμως η κυβέρνηση Σαμαρά μπορεί να εξασφαλίσει μόνο 153 ψήφους. Αν ο κ. Σαμαράς δεν κατορθώσει να βρει έναν υποψήφιο που θα εξασφαλίσει πρόσθετη στήριξη από μικρότερα κόμματα και ανεξάρτητους, θα ακολουθήσουν γενικές εκλογές.
Έτσι θα δημιουργηθεί μία ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ -που οι σκληροπυρηνικές παρατάξεις του εξακολουθούν να ζητούν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ- να αναδειχθεί σε μεγαλύτερο κόμμα της Βουλής και ενδεχομένως να σχηματίσει κυβέρνηση.
Το κόμμα εξασφάλισε την πρώτη θέση στις ευρωεκλογές του Μαΐου με διαφορά σχεδόν 4% και ο κ. Τσίπρας ζήτησε πρόωρες εκλογές. Έχει εμφανές προβάδισμα από τη Νέα Δημοκρατία του κ. Σαμαρά, αλλά όχι αρκετό ώστε να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία.
Ο κ. Τσίπρας έχει αποσύρει τις απειλές για αναστολή πληρωμών του ελληνικού χρέους αν κερδίσει την εξουσία, καθώς προσπαθεί να μετακινήσει το κερματισμένο κόμμα του προς το κέντρο. Εξακολουθεί όμως να θέλει την επανακρατικοποίηση μεγάλων επιχειρήσεων που πωλήθηκαν σε ιδιώτες επενδυτές και αποκατάσταση του κατώτατου μισθού σε προ κρίσης επίπεδα.
Οι παρατηρητές θα παρακολουθήσουν στενά τις κινήσεις της κ. Ρένας Δούρου, υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής του κόμματος, που κέρδισε με μικρή διαφορά τη θέση Περιφερειάρχη Αττικής, την πιο ισχυρή διοικητική έδρα, στις πρόσφατες εκλογές.
Η κ. Δούρου, που θα αναλάβει τον Σεπτέμβριο, εμφανίζεται ορθολογική. «Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τάσσεται κατά των ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά θέλουμε οι επενδυτές να δώσουν σημασία στο περιβάλλον, να πληρώνουν όλους τους φόρους και να τηρούν τα δικαιώματα των εργαζομένων», δηλώνει.
Ωστόσο, ακόμη κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει πιο μετριοπαθής στην πολιτική του, εφόσον αναλάβει την εξουσία, θα επέλθει πιθανότατα αναστολή στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της Ελλάδας, καθώς οι άπειροι πολιτικοί του θα ασχολούνται με τα καθημερινά ζητήματα διακυβέρνησης. Είναι μια προοπτική που προκαλεί ανησυχίες στους αξιωματούχους του Βερολίνου και των Βρυξελλών.
 Πηγή: euro2day.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου