Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Το πραγματικό χρέος της Ελλάδος δεν υπερβαίνει τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ

Αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα η σύστασης Διεθνούς Συνόδου Αποτιμήσεως Ζημιών στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία από αδόκιμες – και ζημιογόνες – πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως κατά την κρίσιμη περίοδο μεταξύ 2008-2014. Επιβάλλεται να αναγνωρισθεί και διεθνώς το γεγονός ότι το Ελληνικό δημόσιο χρέος σήμερα είναι αισθητά μικρότερο απ’ότι αφελώς παρουσιάζεται.


Δυστυχώς, όμως, μέχρι στιγμής δεν έχουν οριστικά εκτιμηθεί, θεσμικά και στο σύνολό τους, οι συγκεκριμένες ζημίες εις βάρος της Ελλάδος. Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν οι επικείμενες «πολύπλοκες και πολυεπίπεδες» διαπραγματεύσεις, αρχές Σεπτεμβρίου στο Παρίσι, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να θεωρηθούν θεμιτές ή έστω έγκυρες; Δεδομένου ότι τότε θα επιδιώκονται και περαιτέρω αυθαίρετες δεσμεύσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως;

Η τρέχουσα διαμόρφωσης ενός μελλοντικώς εξοφλητέου χρέους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: όπως η αστάθεια επιτοκίων, η διάρκεια εξοφλήσεως και η δυναμική της Ελληνικής αλλά και διεθνούς οικονομίας. Όπως επίσης και η ακραίως επιβληθείσα συμμετοχή του ιδιωτικού τομέος, γνωστού ως Private Sector Involvement (PSI), στην αναδιάρθρωση του Ελληνικού δημοσίου χρέους, τελικά και λόγω πρόχειρων υπολογισμών, επιβάρυνε το σημερινό χρέος περισσότερο απ’ότι είχε αρχικά προβλεφθεί κατά 86 δισεκατομμύρια ευρώ. (Το Χρονικό της Μεγάλης Κρίσης, έκδοσης Τραπέζης της Ελλάδος 2014, σελ. 107).
Το πολύκροτο και εμφανιζόμενο σήμερα ως προέχον ονομαστικό χρέος της Ελλάδος (sovereign debt) των δήθεν 300+ οφειλομένων δισεκατομμυρίων ευρώ προς το τρίο των – εν πολλοίς αμελέτητων – δανειστών μας είναι θεμελιωδώς ανακριβές. Ούτε συμβιβάζεται με την πραγματικότητα. Διότι δεν έχουν, μεταξύ άλλων, ληφθεί ορθολογιστικά υπ’όψιν χαρακτηριστικά επισφαλείς μεθοδεύσεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως οι οποίες εξακολουθούν να δημιουργούν και αντισυνταγματικά ανώμαλες καταστάσεις. Ενώ ταυτόχρονα υποσκάπτουν ευοίωνες προοπτικές της εύρυθμα επιδιωκόμενης αποκαταστάσεως ευημερίας στην χώρα μας από την Κυβέρνηση.
Σειρά εσφαλμένων Ευρωπαϊκών επινοήσεων έχουν παραβιάσει και στοιχειώδεις αρχές της συγχρόνου οικονομικής σκέψεως και επιστήμης – στην υπηρεσία ενός νεφελώδους Ευρωπαϊκού ιδεώδους. Καθώς και της εφαρμοσμένης πρακτικής του. Όπως η εσκεμμένα πιεστική «κατεδάφισης», επί έξι ολόκληρα χρόνια, της συνολικής γενικής ζητήσεως στην Ελλάδα. Με αποτέλεσμα το Ελληνικό ΑΕΠ να έχει μειωθεί κατά 30%, η συνολική ζήτησης ακόμη περισσότερο και το εν τρίτον του εργατικού δυναμικού της χώρας να ευρίσκεται εκτός εργασίας. Με κυρίως πληττόμενο τμήμα τους νέους: το 60% των οποίων είναι άνεργοι. Πρόκειται εδώ για ένα πρωτοφανές καθεστώς που ούτε καν νοείται θεωρητικά, και σε καμία περίπτωση προβλέπεται, κατά την περίοδο που μια καθηλωμένη οικονομία αγωνιά να αναπτυχθεί χωρίς μοιραίες κοινωνικές αναταραχές.
Ευρωπαϊκές αδικοκρισίες του είδους μεταμφιέσθηκαν εντούτοις σε ανάλογες απαιτήσεις της άνωθεν διατεταγμένης Τρόικας προς διαδοχικές Κυβερνήσεις της Ελλάδος – αναγκαστικά δέσμιες της δεινής Ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Οι οποίες παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως υποτελείς ενώ δεν είναι. Και εξακολουθούν να προωθούνται βιαίως έτσι κρίσιμες διαρθρωτικές αλλαγές κυρίως στον δημόσιο τομέα. Όπου, πάλι αντιδεοντολογικά από πλευράς οικονομικής αναπτύξεως, απουσιάζουν συστηματικά οι «δημόσιες επενδύσεις». Με εμφανές επίσης το σύμπλεγμα αδιαφορίας για 6.000 επιπλέον «ευρωπαϊκά» απαιτούμενες και επικείμενες απολύσεις από το Δημόσιο σε ένα σταθερό πλέον πλαίσιο
μαζικών μειώσεων μισθών και συντάξεων, πολλαπλών αυξήσεων φορολογικών βαρών καθώς επίσης και του αυξανόμενου υψηλότερου ποσοστού ανεργίας που επικρατεί στην Ευρώπη.
Προξενώντας α) σοβαρές παρενέργειες με χρόνιες επιπτώσεις (terminally generated externalities) ουδέποτε υπολογισθείσες από την ΕΕ ως αποκλειστικά υπεύθυνες για εκτεταμένες ζημίες στην φυσική λειτουργία της Ελληνικής οικονομίας· και β) αδαώς δημιουργώντας εξίσου σοβαρά διαφυγόντα κέρδη υποτιμώντας υπαρκτές εναλλακτικές προοπτικές οικονομικής αναπτύξεως. Όπως τα ευρέως διαφημισθέντα ως επικερδή αναπτυξιακά έργα (pilot projects) που είχαν επισήμως ανακοινωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2011 με στόχο να αναχαιτίσουν ευθύς εξ αρχής την κάθετο πτώση της γενικής ζητήσεως και επομένως του εθνικού εισοδήματος στην Ελλάδα – και τα οποία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν. Αν και ο τότε Πρόεδρός της, κ. José Manuel Barroso, είχε ο ίδιος ενθουσιωδώς αποδεχθεί την θετική αυτή προοπτική ως κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη «μιας μικρής οικονομίας όπως η Ελληνική».
Αλλά και πρόσθετα καίρια ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα εδώ. Συγκεκριμένα, γιατί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έσπευσε, ως όφειλε, να προσφέρει άμεσα την απαραίτητη ρευστότητα (απολύτου αρμοδιότητός της) από την οποία στιγμιαία τότε υπέφερε το τραπεζικό μας σύστημα ώστε να διευκολύνει ρυθμιστικά την λειτουργία της «μικρής» Ελληνικής οικονομίας; Δεδομένων των καθοριστικής σημασίας pilot projects που μόλις είχαν επίσημα αναγγελθεί από τον κ. Barroso; Όλως αντιθέτως, η ΕΚΤ επέλεξε αντιεπαγγελματικά να συνταχθεί με τον «χαρτοπόλεμο» των ατυχέστατων bail-outs που λίγο αργότερα επέβαλε η ΕΕ – αδιαφορώντας για τις ηλίου φαεινότερες αρνητικές επιπτώσεις τους;
Συνυπολογιζόμενο εδώ το καλπάζον κοινωνικό κόστος τους συνιστά ένα ολέθριο χρηματοπιστωτικό/δημοσιονομικό τίμημα – που ασφαλώς επιβάλλεται να προσδιορισθεί. Και πάραυτα να αποζημιωθεί. Με ιδιαίτερη έμφαση επίσης στην πτώση της αξίας των ακινήτων, έως και 70%, από την μεθοδική εξάρθρωση της οικοδομικής δραστηριότητας – άλλοτε κυρίου μοχλού οικονομικής ζωντάνιας στην χώρα μας. Δυσάρεστα πεπλανημένη, η σημερινή Ευρώπη, προφανώς πιστεύει ότι αποκλειστικά οι Έλληνες – και μελλοντικές γενεές – οφείλουν να πληρώνουν τα σπασμένα τρίτων. Ενώ ασφαλώς θα έπρεπε να είχε προ πολλού μεταμεληθεί η ίδια. Και μαζί με το ΔΝΤ τουλάχιστον ζητήσει, θα έλεγε κανείς, συγνώμην: όχι μόνον για μια σωρεία παρά φύσιν πεπραγμένων της, αλλά ειδικότερα για τους 7.000 έντιμους Έλληνες πολίτες που μέχρι τώρα εξωθήθηκαν να αυτοκτονήσουν κυριολεκτικά «ευρωπαϊκά».
Επιτακτικός στόχος είναι η καλόπιστη και γνήσια αποτίμησης του πραγματικού χρέους της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένου του κόστους αναγκαστικής ανακεφαλαιώσεως των Ελληνικών τραπεζών. Διότι, αντικειμενικά και ανεξάρτητα κρινόμενο – όπως άλλωστε προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από πρόσφατες εκτιμήσεις της Mitsubishi Bank – είναι αδύνατον το Ελληνικό κρατικό χρέος να υπερβαίνει τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ, ειδικά μετά από τον καταιγισμό αντιαναπτυξιακών μέτρων που δέχεται η χώρα μας επί χρόνια. Μεμονωμένες, βέβαια, και μονομερείς αξιολογήσεις χωρίς αμφιβολία δεν επαρκούν εδώ. Όμως είναι εύκολο να επιβεβαιωθούν. Από διεθνώς καθιερωμένες διαδικασίες κατά το δυνατόν ακριβούς συγκεντρωτικού προσδιορισμού του total damage cost to date με γνωστές σύγχρονες μεθόδους αξιολογήσεως – όπως π.χ. οι standard interdisciplinary cost-benefit stock/flow threshold-sensitive behavioural evaluation techniques.
Προσφέρεται τώρα η ευκαιρία, με πανευρωπαϊκή ακτινοβολία, για μια νέα υποδειγματικά εκπολιτιστική διαπραγματευτική επανατοποθέτηση της χώρας μας – ενώ η παραπέουσα ηγεσία της Ευρώπης πασχίζει η ίδια να ανασυγκροτηθεί. Μετά το καίριο πλήγμα που δέχθηκε η ΕΕ από τις πρόσφατες ευρωεκλογές και αναγκαστικά απεκάλυψε τις συγκλονιστικές αδυναμίες της. Ισοπεδώνοντας – αν και όχι κακόβουλα – προσδοκίες εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιορκημένων πολιτών-θυμάτων της – πρωτίστως με την blind austerity που μοιραία υιοθετήθηκε σε περίοδο εντόνου οικονομικής υφέσεως και ήδη απειλεί με σοβαρότατη πολιτική αναστάτωση την Γαλλία. Αλλά με κορυφαίο πάντα παράδειγμα την Ελλάδα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, ιδιαίτερα προικισμένη με την αξιόλογη πείρα και αποδεδειγμένες δυνατότητες του νέου Διοικητού της, με την έντεχνη συνδρομή συναρμόδιων διευθύνσεων (όπως η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Δημοσίου Χρέους του Υπουργείου Οικονομικών) αλλά και άλλων υπευθύνων Υπουργείων, είναι η ενδεδειγμένη και ικανή αρχή να επιδιώξει, στα πλαίσια μιας Διεθνούς Συνόδου, τον απολογισμό του καθαρού εναπομείναντος χρέους της χώρας σύγχρονα και αποτελεσματικά. Όχι, όμως, απλώς περιστασιακά ή με τα γνωστά πρότυπα των International Public Sector Accounting Standards ή βάσει των Γενικών Αποδεκτών Λογιστικών Αρχών (GAAP). Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κανείς ακόμα δεν φαίνεται να έχει δεόντως θορυβηθεί από την άμεση ανάγκη να εκτιμηθούν, εις βάθος και με κάθε λεπτομέρεια, οι ποικίλες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της in principle αντιδεοντολογικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εις βάρος του συνόλου του Ελληνισμού.
Η σύγκλισης Διεθνούς Συνόδου είναι απολύτως εφικτή. Με την καθοριστική συμμετοχή αναγνωρισμένων ανά τον κόσμο οίκων λογιστικών αξιολογήσεων που διαθέτουν προωθημένες στατιστικές μεθόδους εκτιμήσεων: ακόμα και κρύφιων οικονομικών-κοινωνικών μεγεθών. Ώστε να μπορέσουν να αποτιμηθούν συνολικά όλες ανεξαιρέτως οι χαμένες ευκαιρίες που διέφυγαν, εκ νέου «ευρωπαϊκά», από τις απαξιωμένες γνωστές εναλλακτικές προσεγγίσεις οικονομικής προόδου – τις οποίες είχα εγκαίρως επισημάνει προ ετών. (“Europe’s Missing Vision for Greece”, RealClearMarkets, Forbes Media Group, 28 November 2011).
Θα προκύψουν αβίαστα έτσι τα γνήσια συμπεράσματα. Από ένα «εξειδικευμένα σκεπτόμενο συγκρότημα» που από την φύση του θα λειτουργεί συγκρατημένα και σεμνά. Με την αυθεντική καθοδήγηση κορυφαίου οίκου δημοσίων σχέσεων και την επίσης καθιερωμένη συμμετοχή του απαραίτητου (σχετικά μικρού) αριθμού γνωστών προσωπικοτήτων από τον χώρο της παγκοσμίου και εγχωρίου ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ακαδημαϊκής ζωής. Καταλήγοντας διεξοδικά στην τελική αποτίμηση των κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητων ανεκπλήρωτων υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προς τον δοκιμαζόμενο Ελληνικό λαό εξασφαλίζοντας την αντίστοιχη ελάφρυνση κάθε Έλληνος φορολογουμένου.
Σε ένα εύλογα μικρό χρονικό διάστημα, όπως έχει ήδη ενημερωθεί ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος, θα επηρεασθεί εντυπωσιακά η διεθνής κοινή γνώμη με το αναπόφευκτο – επίσημο – συμπέρασμα ότι το Ελληνικό χρέος, κατόπιν των εξακριβωμένων πλέον επιβαρυντικών στοιχείων των περασμένων έξι ετών, συμβαίνει να είναι τουλάχιστον κατά 50% μικρότερο του ανακριβώς φερόμενου ως ισχύοντος σήμερα sovereign debt της Ελλάδος.
Αναμφισβήτητα, οι προκαθορισμένες διαπραγματεύσεις στο Παρίσι, από 2 έως 4 Σεπτεμβρίου, θα ευρεθούν εκτός πάσης πραγματικότητας εάν δεν συνταχθούν με την ιστορική αναγκαιότητα να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το πόρισμα της Συνόδου – υπεύθυνα ολοκληρωμένο. Το ενδιαφέρον για την χρηματοδότηση μιας Διεθνούς Συνόδου είναι μεγάλο, και όχι μόνον εκ μέρους των Ελλήνων, συγκριτικά με το στοιχειώδες κόστος της. Χωρίς επίσης να βαρύνεται το Ελληνικό Δημόσιο αλλά ούτε η δεινώς χειμαζομένη μεσαία τάξης στην Ελλάδα – ενσυνείδητα αποφεύγοντας εδώ και περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην δημογραφία της χώρας από την μνημειώδη κακοποίησή της.

Το εθνικό συμφέρον δικαίως απαιτεί αυτό το όραμα με πρακτικές και ουσιαστικές εγγυήσεις – κατ’εξοχήν συστρατευτικού χαρακτήρος. Κάτι που ανέκαθεν συνέβαινε να εμπνέει καθοριστικά τον Ελληνισμό στις πιο δύσκολες στιγμές του. Αλλά και ικανό να συγκινήσει κάθε Έλληνα πολίτη ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων. Έτσι και πάλι θα καταστεί στους πάντες προφανές ότι η Ελλάδα απλώς καλπάζει προς την φυσική της τελείωση. Ίσως και ως το μοναδικά γνήσιο πρότυπο συγχρόνου σκέψεως στην σημερινή Ευρώπη. Ικανού να εξασφαλίσει την μεγάλη κοινωνική και αναπτυξιακή πρόοδο όχι μόνο των Ελλήνων – αλλά και των εν γένει υπολειπόμενων Ευρωπαίων.
πηγή: www.tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου