by Robin
Wigglesworth, Nicole Bullock
Μήπως οι αγορές εταιρικών ομολόγων, με
καύσιμα την επιτυχή αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, την ανάκαμψη της
οικονομίας των ΗΠΑ και την ρευστότητα της ΕΚΤ, καταγράφουν ένα πολύ απότομο και
τραβηγμένο ράλι τιμών;
Αυτό είναι το ερώτημα που αρχίζουν να θέτουν τραπεζίτες, fund managers και αναλυτές μετά το άγριο φετινό ράλι τιμών. Πολλές εταιρίες δανείζονται με κόστος δανεισμού σε ή κοντά σε χαμηλό ρεκόρ και οι εκδόσεις έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Ακόμη και στο πλέον ριψοκίνδυνο άκρο της αγοράς ομολόγων υπάρχει εύρωστη επενδυτική ζήτηση.
«Οι αγορές ομολόγων αψηφούν την βαρύτητα,» δηλώνει ο κ. Farouk Ramzan, επικεφαλής ευρωπαϊκών αγορών ομολόγων της Lloyds. «Και δίνει μια αίσθηση φούσκας.»
Το ράλι καθοδηγείται κυρίως από τους εξαιρετικά θετικούς τεχνικούς παράγοντες. Οι πληρωμές κουπονιών, οι επενδυτές ροές και ο μικρός όγκος εκδόσεων στο δεύτερο εξάμηνο της περσινής χρονιάς, σημαίνει ότι οι διαχειριστές κεφαλαίων έχουν συσσωρεύσει αρκετή ρευστότητα.
Πάνω από 1 τρισ. ευρώ σε δανεισμό από την ΕΚΤ προστέθηκε στο ποσό των κεφαλαίων που κυκλοφορεί στο σύστημα, αναζητώντας επικερδείς επενδύσεις.
Αυτές είναι δύσκολο να βρεθούν στην «δευτερογενή» αγορά ομολόγων, όπου υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων πωλητών, υποχρεώνοντας τους επενδυτές να στραφουν στην «πρωτογενή» αγοράή τα νέα ομόλογα που πωλούν οι τράπεζες εκ μέρους εταιριών.
Αυτό είναι το ερώτημα που αρχίζουν να θέτουν τραπεζίτες, fund managers και αναλυτές μετά το άγριο φετινό ράλι τιμών. Πολλές εταιρίες δανείζονται με κόστος δανεισμού σε ή κοντά σε χαμηλό ρεκόρ και οι εκδόσεις έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Ακόμη και στο πλέον ριψοκίνδυνο άκρο της αγοράς ομολόγων υπάρχει εύρωστη επενδυτική ζήτηση.
«Οι αγορές ομολόγων αψηφούν την βαρύτητα,» δηλώνει ο κ. Farouk Ramzan, επικεφαλής ευρωπαϊκών αγορών ομολόγων της Lloyds. «Και δίνει μια αίσθηση φούσκας.»
Το ράλι καθοδηγείται κυρίως από τους εξαιρετικά θετικούς τεχνικούς παράγοντες. Οι πληρωμές κουπονιών, οι επενδυτές ροές και ο μικρός όγκος εκδόσεων στο δεύτερο εξάμηνο της περσινής χρονιάς, σημαίνει ότι οι διαχειριστές κεφαλαίων έχουν συσσωρεύσει αρκετή ρευστότητα.
Πάνω από 1 τρισ. ευρώ σε δανεισμό από την ΕΚΤ προστέθηκε στο ποσό των κεφαλαίων που κυκλοφορεί στο σύστημα, αναζητώντας επικερδείς επενδύσεις.
Αυτές είναι δύσκολο να βρεθούν στην «δευτερογενή» αγορά ομολόγων, όπου υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων πωλητών, υποχρεώνοντας τους επενδυτές να στραφουν στην «πρωτογενή» αγοράή τα νέα ομόλογα που πωλούν οι τράπεζες εκ μέρους εταιριών.
Δεδομένου ότι οι πωλήσεις
τραπεζικών ομολόγων, που καταλαμβάνουν σχεδόν την μισή από την
επενδυτική βαθμίδα της πιστωτικής αγοράς, παραμένουν σχετικά σπάνιες, υπάρχει
αρκετό χρήμα που ψάχνει για σχετικά μικρή προσφορά.
«Οι επενδυτές μου δαγκώνουν το χέρι για κάποιες από αυτές τις συναλλαγές και παραπονιούνται ότι δεν βρίσκουν αρκετές πρωτογενείς τοποθετήσεις,» δηλώνει ο κ. Jean-Marc Mercier,επικεφαλής διεθνών κοινοπρακτικών ομολόγων της HSBC.
Η αντικαρκινική φαρμακοβιομηχανία Roche, για παράδειγμα, την περασμένη εβδομάδα πούλησε ομόλογο 1 δισ. ευρώ με επιτόκιο μόλις 18 μονάδες βάσης πάνω από το επιτόκιο αναφοράς, ένα επίπεδο που επικρατούσε και πριν την κρίση. Δεδομένου ότι τα επιτόκια αναφοράς είναι πολύ χαμηλότερα σήμερα, το πραγματικό κόστος δανεισμού είναι ακόμη χαμηλότερο από πριν την κρίση.
Τα πιο επικίνδυνα ομόλογα έχουν απολαύσει επίσης ένα εύρωστο α΄ τρίμηνο. Καταδεικνύοντας την αυξημένη ζήτηση για χαμηλότερης αξιολόγησης χρεόγραφα, η γερμανικήHeidelbergCement, στις αρχές του μήνα πούλησε ομόλογο 300 εκατ. ευρώ με επιτόκιο μόλις 4%, αισθητά χαμηλότερο από το επίπεδο όπου κινούνταν τα υπάρχοντα ομόλογά της την ίδια περίοδο.
Πράγματι, πολλές εκδόσεις αποτιμώνται σημερα με χαμηλότερα yields από τα υπάρχοντα ομόλογα μιας εταιρίας, καταδεικνύοντας την αισιοδοξία των επενδυτών.
Από την άλλη πλευρά, τα θεμελιώδη δεδομένα στις αγορές παραμένουν πολύ ευάλωτα, ειδικά στην Ευρώπη. Αν και η ελληνική αναδιοργάνωση ολοκληρώθηκε ομαλά, η κρίση στην ευρωζώνη δεν έχει λήξει. Επιπλέον ορισμένοι φοβούνται ότι θα υπάρξουν απογοητεύσεις από την κινεζική και την αμερικανική ανάπτυξη.
Το ερώτημα είναι για πόσο διάστημα οι θετικοί τεχνικοί παράγοντες μπορούν να επισκιάζουν τηνπιο υποτονική θεμελιώδη κατάσταση. Πάνω σε αυτό, οι στρατηγικοί αναλυτές είναι μοιρασμένοι.
«Η κυρίαρχη δύναμη σήμερα είναι η ρευστότητα της ΕΚΤ και χάρη σε αυτή, πιστεύω ότι η φετινή χρονιά θα είναι σχετικά δυναμική. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ρυθμιστές θα χρησιμοποιήσουν σωστά την δυνατότητα που έχουν,» σημειώνει ο κ. Richard Bartlett της Royal Bank of Scotland.
Ο κ. Ken Buckfire της Miller Buckfire δεν διαβλέπει να αναπτύσσεται φούσκα στα αμερικανικά εταιρικά ομόλογα. «Αν και υπάρχουν πολλές εκδόσεις, οι περισσότερες γίνονται για αναχρηματοδότηση. Το συνολικό ποσό ομολόγων που έχουν σε κυκλοφορία οι εταιρίες δεν έχει αλλάξει πολύ.»
Υπάρχουν όμως κίνδυνοι - που ποικίλουν από τις ανησυχίες για στάσεις πληρωμών σε Ιρλανδία, Πορτογαλία ή και Ισπανία και Ιταλία, για τις γαλλικές εκλογές, για τις εντάσεις στην Μέση Ανατολή και για τον κίνδυνο να αυξηθούν τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών - που θα μπορούσαν να ανεβάσουν υψηλότερα τα πιστωτικάspreads.
Αν και οι περισσότερες μεγάλες κεντρικές τράπεζες δύσκολα θα αυξήσουν τα επιτόκια στο ορατό μέλλον, η βελτίωση στις οικονομικές προοπτικές έχει ανεβάσει τα επιτόκια στα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γερμανίας τελευταία.
Αν και θεωρείται σημάδι βελτίωσης της ψυχολογίας, αυτά τα επιτόκια λειτουργούν ως σημεία αναφοράς για τα εταιρικά ομόλογα και κάθε άνοδός τους μπορεί να αυξήσει το κόστος δανεισμού.
«Οι αυξήσεις επιτοκίων μπορεί να δαγκώσουν. Η μέση πρόβλεψη είναι ότι τα επιτόκια θα μείνουν χαμηλά για μεγάλο διάστημα, αλλά αυτή η «αντισυμβατική ορθοδοξία» μπορεί σύντομα να αλλάξει», σημειώνει ο κ. Iggo.
Ο κ. Hans Lorenzen της Citigroup, αμφιβάλλει ότι τα βασικά επιτόκια θα αυξηθούν αρκετά ώστε να ανατρέψουν την αισιόδοξη διάθεση. «Η άνοδος στα yields δεν βοηθάει, αλλά πιστεύουμε ότι θα πρέπει να γίνει πολύ μεγαλύτερη κίνηση για να ανατρέψει το πιστωτικό ράλι».
«Οι επενδυτές μου δαγκώνουν το χέρι για κάποιες από αυτές τις συναλλαγές και παραπονιούνται ότι δεν βρίσκουν αρκετές πρωτογενείς τοποθετήσεις,» δηλώνει ο κ. Jean-Marc Mercier,επικεφαλής διεθνών κοινοπρακτικών ομολόγων της HSBC.
Η αντικαρκινική φαρμακοβιομηχανία Roche, για παράδειγμα, την περασμένη εβδομάδα πούλησε ομόλογο 1 δισ. ευρώ με επιτόκιο μόλις 18 μονάδες βάσης πάνω από το επιτόκιο αναφοράς, ένα επίπεδο που επικρατούσε και πριν την κρίση. Δεδομένου ότι τα επιτόκια αναφοράς είναι πολύ χαμηλότερα σήμερα, το πραγματικό κόστος δανεισμού είναι ακόμη χαμηλότερο από πριν την κρίση.
Τα πιο επικίνδυνα ομόλογα έχουν απολαύσει επίσης ένα εύρωστο α΄ τρίμηνο. Καταδεικνύοντας την αυξημένη ζήτηση για χαμηλότερης αξιολόγησης χρεόγραφα, η γερμανικήHeidelbergCement, στις αρχές του μήνα πούλησε ομόλογο 300 εκατ. ευρώ με επιτόκιο μόλις 4%, αισθητά χαμηλότερο από το επίπεδο όπου κινούνταν τα υπάρχοντα ομόλογά της την ίδια περίοδο.
Πράγματι, πολλές εκδόσεις αποτιμώνται σημερα με χαμηλότερα yields από τα υπάρχοντα ομόλογα μιας εταιρίας, καταδεικνύοντας την αισιοδοξία των επενδυτών.
Από την άλλη πλευρά, τα θεμελιώδη δεδομένα στις αγορές παραμένουν πολύ ευάλωτα, ειδικά στην Ευρώπη. Αν και η ελληνική αναδιοργάνωση ολοκληρώθηκε ομαλά, η κρίση στην ευρωζώνη δεν έχει λήξει. Επιπλέον ορισμένοι φοβούνται ότι θα υπάρξουν απογοητεύσεις από την κινεζική και την αμερικανική ανάπτυξη.
Το ερώτημα είναι για πόσο διάστημα οι θετικοί τεχνικοί παράγοντες μπορούν να επισκιάζουν τηνπιο υποτονική θεμελιώδη κατάσταση. Πάνω σε αυτό, οι στρατηγικοί αναλυτές είναι μοιρασμένοι.
«Η κυρίαρχη δύναμη σήμερα είναι η ρευστότητα της ΕΚΤ και χάρη σε αυτή, πιστεύω ότι η φετινή χρονιά θα είναι σχετικά δυναμική. Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι ρυθμιστές θα χρησιμοποιήσουν σωστά την δυνατότητα που έχουν,» σημειώνει ο κ. Richard Bartlett της Royal Bank of Scotland.
Ο κ. Ken Buckfire της Miller Buckfire δεν διαβλέπει να αναπτύσσεται φούσκα στα αμερικανικά εταιρικά ομόλογα. «Αν και υπάρχουν πολλές εκδόσεις, οι περισσότερες γίνονται για αναχρηματοδότηση. Το συνολικό ποσό ομολόγων που έχουν σε κυκλοφορία οι εταιρίες δεν έχει αλλάξει πολύ.»
Υπάρχουν όμως κίνδυνοι - που ποικίλουν από τις ανησυχίες για στάσεις πληρωμών σε Ιρλανδία, Πορτογαλία ή και Ισπανία και Ιταλία, για τις γαλλικές εκλογές, για τις εντάσεις στην Μέση Ανατολή και για τον κίνδυνο να αυξηθούν τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών - που θα μπορούσαν να ανεβάσουν υψηλότερα τα πιστωτικάspreads.
Αν και οι περισσότερες μεγάλες κεντρικές τράπεζες δύσκολα θα αυξήσουν τα επιτόκια στο ορατό μέλλον, η βελτίωση στις οικονομικές προοπτικές έχει ανεβάσει τα επιτόκια στα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γερμανίας τελευταία.
Αν και θεωρείται σημάδι βελτίωσης της ψυχολογίας, αυτά τα επιτόκια λειτουργούν ως σημεία αναφοράς για τα εταιρικά ομόλογα και κάθε άνοδός τους μπορεί να αυξήσει το κόστος δανεισμού.
«Οι αυξήσεις επιτοκίων μπορεί να δαγκώσουν. Η μέση πρόβλεψη είναι ότι τα επιτόκια θα μείνουν χαμηλά για μεγάλο διάστημα, αλλά αυτή η «αντισυμβατική ορθοδοξία» μπορεί σύντομα να αλλάξει», σημειώνει ο κ. Iggo.
Ο κ. Hans Lorenzen της Citigroup, αμφιβάλλει ότι τα βασικά επιτόκια θα αυξηθούν αρκετά ώστε να ανατρέψουν την αισιόδοξη διάθεση. «Η άνοδος στα yields δεν βοηθάει, αλλά πιστεύουμε ότι θα πρέπει να γίνει πολύ μεγαλύτερη κίνηση για να ανατρέψει το πιστωτικό ράλι».
ΠΗΓΗ: FT.com
Copyright The Financial Times Ltd. All rights reserved.
Copyright The Financial Times Ltd. All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου