του Σταύρου Λυγερού
Eίναι η τρίτη φορά που το ΠΑΣΟΚ αλλάζει
καπετάνιο εν πλω. Η πρώτη ήταν το 1996 μετά την εισαγωγή του Ανδρέα Παπανδρέου
στο Ωνάσειο. Η δεύτερη ήταν το 2004, όταν η χώρα είχε ατύπως εισέλθει σε
προεκλογική περίοδο και ο Σημίτης εμφανιζόταν σε όλες τις δημοσκοπήσεις ως
παράγοντας βαρύτατης εκλογικής ήττας. Τότε, με μία ανακτορικού τύπου μεθόδευση,
έδωσε το «δαχτυλίδι» στον Γιώργο Παπανδρέου, γύρω από το πρόσωπο του οποίου
είχε υφανθεί ο μύθος του νικηφόρου πρίγκιπα. Μπορεί ο μύθος αυτός να ξέφτισε
γρήγορα, αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι η ενθρόνιση του Παπανδρέου στις αρχές του
2004 μείωσε σημαντικά την έκταση της εκλογικής ήττας.
Η τρίτη αλλαγή καπετάνιου εν πλω, και μάλιστα εν όψει
εκλογών, είναι η τωρινή. Αυτήν τη φορά, όμως, το πολιτικό τοπίο είναι τελείως
διαφορετικό. Ο δικομματισμός καταρρέει υπό το βάρος της κρίσης. Η κρίση
επηρεάζει καταλυτικά –και όχι πάντα προς την ίδια κατεύθυνση– τις αντιλήψεις
και τις συμπεριφορές των πολιτών, με αποτέλεσμα να προκαλεί ανατροπές και στο
πολιτικό πεδίο. Η καταγραφόμενη στις δημοσκοπήσεις πολιτικοεκλογική αποδόμηση
του ΠΑΣΟΚ είναι η πιο κραυγαλέα, αλλά όχι η μοναδική συνέπεια. Στην
πραγματικότητα, έχει διαρραγεί η σχέση εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς το
υφιστάμενο πολιτικό σύστημα, προκαλώντας μία πρωτοφανή σε έκταση και οξύτητα
κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης.
Στο «πράσινο» στρατόπεδο ελπίζουν πως η αλλαγή ηγεσίας θα
λειτουργήσει σαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ ή, τουλάχιστον, σαν μία νέα αρχή. Η
αισιοδοξία τους, όμως, είναι πολιτικά αβάσιμη. Θα ίσχυε εάν η αλλαγή ηγεσίας
προσλάμβανε τις διαστάσεις ρήξης με τις πολιτικές της κυβέρνησης Παπανδρέου,
επειδή σ’ αυτές τις πολιτικές βρίσκονται οι αιτίες της αποδόμησης.
Μέχρι τον Ιούνιο 2011, ο Βενιζέλος φάνταζε σαν
εναλλακτική λύση για το ΠΑΣΟΚ παρότι δεν είχε διαφοροποιηθεί από το Μνημόνιο.
Ως αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομικών, όμως, ταυτίστηκε απόλυτα με την
πολιτική της τρόικας, που συσσωρεύει οικονομικά και κοινωνικά ερείπια, χωρίς να
προσεγγίζει τους διακηρυγμένους δημοσιονομικούς στόχους. Η ταύτισή του αυτή
μπορεί να μην τον «έκαψε» στο εσωκομματικό ακροατήριο, αλλά τον «έκαψε» στο
μεγάλο ακροατήριο της κοινωνίας, η οποία υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών
του.
Και σε αυτή την περίπτωση, το ΠΑΣΟΚ λειτούργησε ως κόμμα
αξιωματούχων. Δεν κατάφερε να υπερβεί τον εαυτό του και να διασωθεί. Μπορεί η
αλλαγή ηγεσίας να προκάλεσε μια κάποια συσπείρωση στα υπολείμματα του άλλοτε
κραταιού Κινήματος, αλλά τίποτα περισσότερο. Εάν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις,
το εκλογικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ θα κινηθεί κάτω από το 20%.
Οταν σε δυόμισι χρόνια ένα κόμμα χάνει σχεδόν δύο στους
τρεις ψηφοφόρους του δεν πρόκειται για ήττα, ούτε καν για εκλογική συντριβή. Ο
σωστός όρος είναι πολιτικοεκλογική κατάρρευση. Η μεταλλαγή του άλλοτε
υπερασπιστή των μη προνομιούχων σε σταυροφόρο του Μνημονίου έφερε το ΠΑΣΟΚ σε
μετωπική σύγκρουση με τα μικρομεσαία στρώματα, τα οποία το ανέδειξαν και το
στήριζαν για δεκαετίες. Η ασκούμενη θεραπεία–σοκ διέψευσε τις ελπίδες για
υπέρβαση της κρίσης, συσσωρεύει κοινωνική απόγνωση–οργή και ανατρέπει τις
σταθερές του μεταπολιτευτικού συστήματος.
Στην Ιπποκράτους φαντασιώνονται ότι πρόκειται για
συγκυριακή πτώση, ότι «μπόρα είναι και θα περάσει». Η πραγματικότητα, όμως,
είναι πολύ διαφορετική. Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι εγκαταλείπουν μαζικά το
ΠΑΣΟΚ, επειδή πια δεν τους εκφράζει. Πολλοί εξ αυτών έχουν ήδη μετατραπεί σε
ιδιότυπους εκλογικούς πρόσφυγες, φουσκώνοντας τα δημοσκοπικά ποσοστά μικρότερων
κομμάτων, κυρίως της ΔΗΜΑΡ, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ.
Το γεγονός ότι οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι συνεχίζουν να
θεωρούν τον εαυτό τους κεντροαριστερό δεν σημαίνει ότι η εκλογική απομάκρυνσή
τους από το ΠΑΣΟΚ είναι συγκυριακή. Πιθανότατα πρόκειται για διαζύγιο. Αυτός
είναι ο λόγος που η αντικατάσταση του Παπανδρέου από τον Βενιζέλο δεν θα
αποτρέψει τον εκφυλισμό του ΠΑΣΟΚ σ’ ένα μεσαίο κόμμα.
Το βαθύ ρήγμα στην κοινωνική βάση έχει ήδη προκαλέσει
ρήγματα και στον κομματικό μηχανισμό. Εκτός από την απόσχιση της Κοινωνικής
Συμφωνίας της Κατσέλη και του Καστανίδη, εκτός από τους βουλευτές που έχουν
ανακοινώσει ότι δεν θα είναι και πάλι υποψήφιοι, υπάρχουν και βουλευτές και
στελέχη που έχουν ήδη πάρει μεταγραφή για άλλα κόμματα, κυρίως στη ΔΗΜΑΡ.
Παραδοσιακά, η νομή της εξουσίας συγκρατούσε την ενότητα
των δύο μεγάλων κομμάτων. Στην εποχή του Μνημονίου, όμως, η εξουσία λειτουργεί
αποδομητικά. Ετσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, υπό την πίεση της τρόικας, το
ΠΑΣΟΚ πιθανότατα θα συνεργαστεί με τη Ν.Δ. για τον σχηματισμό κυβέρνησης με
πρωθυπουργό τον Σαμαρά. Μία τέτοια εξέλιξη, όμως, θα θέσει σε δοκιμασία την
ενότητά του. Στο «πράσινο» στρατόπεδο έχουν εναπομείνει οι πιστοί της «φυλής».
Αυτοί συνεχίζουν να διακατέχονται από το παραδοσιακό αντιδεξιό σύνδρομο. Μπορεί
να κατάπιαν το Μνημόνιο, αλλά θα θεωρήσουν προδοσία μία τέτοια συνεργασία.
πηγη:kathimerini

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου